But sometimes we remember our bedrooms, and our parents’ bedrooms, and the bedrooms of our friends

Στην Καταραμένη Αυλή, το σύντομο αριστούργημα του νομπελίστα Ίβο Άντριτς, υπάρχει ένα μικρό απόσπασμα:

Καθώς τον ξαναθυμόταν φορές φορές, ύστερα από τόσον καιρό, ο φρα-Πέταρ δεν μπορούσε να ξαναφέρει στο νου του με ακρίβεια ούτε τη συγκεκριμένη ώρα, ούτε τον τρόπο που τους πλησίασε ψάχνοντας για λίγο χώρο, αλλά ούτε και τι τους είπε. Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους με τους οποίους δενόμαστε. Ξεχνάμε όλες τις λεπτομέρειες της πρώτης επαφής και μας φαίνεται σαν να τους γνωρίζαμε από πάντα και σαν να τους είχαμε πάντοτε κοντά μας. Στη θύμησή μας μονάχα αραιά και πού επιστρέφουν σπαράγματα εικόνων από τη συνάντηση αυτή.

KATARAMENI_AVLI Διάβασα και ξαναδιάβασα τις γραμμές αυτές στην πτήση προς τη Χάγη. Σε μία αχλύ κούρασης σκέφτηκα πως, όσο κι αν θαυμάζω τον Άντριτς και τις πανανθρώπινες ιστορίες που πλέκει γύρω από τόπους και μνημεία, όσο κι αν έχω σημειώσει στα βιβλία του φράσεις και παραγράφους στις οποίες ανακάλυψα και εφηύρα κρυφές γωνιές του εαυτού μου, τόσο παθιασμένα με έβρισκα να διαφωνώ με την παράγραφο της γνωριμίας των δύο τραγικών ηρώων της νουβέλας.

Έτσι συμβαίνει με τους ανθρώπους με τους οποίους δενόμαστε; Ξεχνάμε όλες τις λεπτομέρειες της πρώτης επαφής; Αλήθεια;

Συνεχίζοντας την Καταραμένη Αυλή στο άχαρο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου και σε κάποιο βαγόνι που διέσχισε τη βροχερή Ολλανδία, άφησα το μυαλό μου να γεμίσει με λεπτομέρειες πρώτων επαφών με ανθρώπους με τους οποίους δέθηκα αναπόδραστα. Γέμισα με εκείνη τη φθινοπωρινή βραδιά στο Λουξεμβούργο, τότε που έφτασα στην πόλη ολομόναχη και που μπήκα σε ένα αδιάφορο, φτηνό ιταλικό εστιατόριο λιγάκι αγχωμένη και πολύ κρυωμένη, νομίζοντας πως θα περνούσα μια βραδιά με έναν ακόμη ανιαρό συνεργάτη. Θυμάμαι τι φάγαμε, τι ήπιαμε, τι φορούσαμε, θυμάμαι ακόμα και το χρώμα των νυχιών μου. Φέτος κλείνουν τέσσερα χρόνια.

Θυμάμαι – ω ναι! – με ακρίβεια τη συγκεκριμένη ώρα, και τον τρόπο που με πλησίασαν οι περισσότεροι άνθρωποι με τους οποίους δέθηκα στη ζωή μου. Θυμάμαι το Λουτράκι και το κόκκινο παγκάκι το καλοκαίρι του 1991, τι διάβαζα και τι είχα μόλις φάει, θυμάμαι κάποιο πρώτο ποτό στο Γκάλαξι της οδού Σταδίου με τον έκτοτε και μετέπειτα στενότερο συνένοχο των τελευταίων χρόνων, θυμάμαι το Μόναχο το Μάρτιο του 2009, όταν φορούσα ένα μπλε φόρεμα κι αισθανόμουν φρικτά, θυμάμαι μία στάση λεωφορείου στο Βόρειο Λονδίνο, όταν γνώρισα μία συνοδοιπόρο που με άφησε νωρίς. Ήταν Νοέμβριος του 1998, επτά το απόγευμα, κι έβρεχε μονότονα.

Και όχι, αυτά δεν είναι σπαράγματα, κύριε Άντριτς, αυτά δεν είναι καθόλου σπαράγματα εικόνων απ΄τη συνάντηση αυτή, διότι τη θυμάμαι ολόκληρη, τις θυμάμαι ολόκληρες όλες τους. Τις θυμάμαι σαν αφηγήσεις, σαν πολύτιμα διηγήματα, με αρχή, μέση και τέλος, που απλώς δεν θα χωρέσουν ποτέ στις σελίδες μου. Στην πτήση της επιστροφής προς την Αθήνα, είμαι πλέον σίγουρη.

Δεν υποτιμώ βέβαια τα σπαράγματα, κάθε άλλο, είμαστε άλλωστε όλοι φτιαγμένοι από τέτοια. Αλλά, κύριε Άντριτς, παρακαλώ να μου επιτρέψετε να διαφωνήσω με ολόκληρη την παράγραφό σας, με μόνη εξαίρεση πως ναι, τους ανθρώπους αυτούς, το Λουτράκι, το Γκάλαξι, το Λονδίνο και το Μόναχο, φαίνεται σαν να τους γνωρίζα από πάντα και σαν να τους είχα πάντοτε κοντά μου. Όπως και το Λουξεμβούργο, όπου ήθελα λίγο κρασί ακόμα και ντράπηκα η χαζή να το ζητήσω.

 

 

 

 

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s