Τότε που ήμασταν βασιλιάδες

{6C2CF436-6C43-48CA-BB9B-69045E3A48B4}Img100Είναι πολυτραγουδισμένα, έχουν εμπνεύσει σκηνοθέτες, συνθέτες και συγγραφείς, άλλοι τα νοσταλγούν, άλλοι τα αναθεώρησαν, άλλοι κρύβουν τις αναμνήσεις και ανασκευάζουν τη μνήμη για να μπορέσουν να τα αντέξουν. Τα τελευταία καλοκαίρια της αθωότητας δεν είναι ίδια για όλους, για όλους, όμως, είναι αξέχαστα.

Κατακαλόκαιρο στη νήσο Sark, ένα από τα μικρά νησάκια του καναλιού της Μάγχης. Στα είκοσι ένα της χρόνια, η Jude βρίσκεται εκεί για να βοηθήσει, ως καθηγήτρια, τον δεκαεξάχρονο Pip, γόνο πλούσιας οικογένειας, με τα μαθήματά του. Η Sofi είναι Πολωνή, δεκαεννέα χρόνων, και βρίσκεται στο σπίτι ως εποχιακή μαγείρισσα. Τρία παιδιά διαφορετικά μεταξύ τους βρίσκονται στη θέση να περάσουν μαζί ένα καλοκαίρι απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, μακριά από τις οικογένειες και τους φίλους τους. Αυτό που αρχικά φαίνεται μία δυσάρεστη, αναγκαία κατάσταση, μετατρέπεται αργά αργά στο τελευταίο καλοκαίρι της αθωότητάς τους, και οι είκοσι ημέρες στο Sark είναι αρκετές για να αλλάξουν τις πορείες τους.

Rosa Rankin-GeeΤο συγγραφικό ντεμπούτο της Βρετανίδας Rosa Rankin-Gee δεν θα μπορούσε να μην έχει τον πήχη ψηλά. Κόρη του δημοσιογράφου Nicholas Rankin και της μυθιστοριογράφου Maggie Gee, η 27χρονη Rosa Rankin-Gee βραβεύτηκε πριν 3 χρόνια με το Shakespeare and Company Paris Literary Prize για μία πρώιμη, αδημοσίευτη τότε έκδοση του The Last Kings of Sark – το βραβείο, βεβαίως, λειτούργησε ως μαγνήτης προς τους εκδοτικούς οίκους, κι έτσι το βιβλίο κυκλοφόρησε τον περασμένο Νοέμβριο από τον οίκο Virago.

Χωρισμένο σε δύο μέρη, το The Last Kings of Sark θυμίζει περισσότερο μία συρραφή διηγημάτων: το πρώτο, πραγματικά ατμοσφαιρικό, μέρος στο Sark σφύζει αισθησιασμό, μετεφηβικά όνειρα, είναι γεμάτο νοσταλγία αλλά και σκοτεινό, είναι γλυκόπικρο και τολμηρό. Το βιβλίο θα επρόκειτο για ένα πραγματικό διαμάντι, εάν η Rankin-Gee δεν είχε χάσει το νήμα και το νόημα στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, το μέρος στο οποίο παρακολουθεί και αφηγείται αποσπασματικά τις ζωές των τριών ηρώων της μετά το Sark, μετά το καλοκαίρι της ενηλικίωσης, μετά το καλοκαίρι εκείνο όπου όλα ήταν δυνατά. Ίσως υπερεκτίμησε τις δυνάμεις της. Ίσως, πάλι, εμένα να μου έφταιξε κάτι αδίκως: Το δεύτερο μέρος του βιβλίου της Rankin-Gee είναι αδύναμο και θαμπό, είναι ευχάριστο αλλά δεν έχει προσωπικότητα, δεν έχει ύφος, δεν έχει κατεύθυνση.

Είναι λίγες οι φορές που ένα βιβλίο με έχει διχάσει τόσο, από τη μία να το αναπολώ και να θέλω να το χαρίσω στους φίλους μου και από την άλλη να θέλω να αποτρέψω τον οποιονδήποτε από το να το διαβάσει. Ίσως να είναι, πράγματι, ένα μέτριο βιβλίο, και ίσως ο μόνος λόγος που το αναπολώ είναι γιατί, όσο το διάβαζα, ήρθαν στο νου μου εικόνες από τα δικά μου τελευταία αθώα καλοκαίρια, τότε που ο κόσμος ήταν στα πόδια μας, τότε που οι μέρες ήταν απλώς μία αναπόφευκτη προσμονή του κάθε βραδιού, τότε που ο Ηλίας έπαιρνε την κιθάρα και μας πήγαινε στο διπλανό οικόπεδο, τότε που οι φιλίες και οι έρωτες πάλλονταν και σημάδευαν το  – πάντα πιο προσγειωμένο – δεύτερο μέρος και του δικού μας βιβλίου.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s