Οδύσσεια_13

God made the country man the tune
God made the country man the tune

Εάν υπάρχει ένα κείμενο το οποίο πρέπει να διαβαστεί στο πρωτότυπο και μεγαλόφωνα, αυτό είναι οι Σειρήνες.

Γραμμένο καταργώντας κάθε γραμματικό και συντακτικό κανόνα, κάθε κανόνα στίξης, το επεισόδιο στο μπαρ του ξενοδοχείου Ormond αποτέλεσε, κατά τον ίδιο τον Τζόυς, ένα από τα δυσκολότερα για εκείνον τμήματα του έργου. Οι Σειρήνες είναι πρόζα γραμμένη μουσικά, είναι μία περίτεχνη προσπάθεια απόδοσης της μουσικής φόρμας σε λέξεις.

Σε αυτόν τον μουσικό και λεκτικό ποταμό, σε αυτόν τον ορμητικό χείμαρρο που γεμίζει μάτια, νου και αυτιά μαζί, ο Τζόυς πετυχαίνει, παράλληλα, έναν σχολαστικό σχολιασμό της ιρλανδικής κοινωνίας – κατά τόπους θυμίζει, έστω και αμυδρά, τους Δουβλινέζους. Αλλά δεν μένει εκεί. Ασταμάτητος και συγγραφικά παντοδύναμος, ο Τζόυς στις Σειρήνες ανοίγει, με μικρές, τρυφερές λεκτικές πινελιές, μία κλειδαρότρυπα στη βαθιά υπαρξιακή μοναξιά του Mr. Bloom, στην αβάσταχτη απομόνωσή του από όλους. Ενώ η ορχήστρα και ο θίασος παραληρούν τραγουδώντας άριες και οπερέττες, ο πρωταγωνιστής, μόνος κι άχρωμος, στέκεται στην άκρη άλλη της σκηνής του Τζόυς, κάτω από έναν θαμπό προβολέα, να τρώει, να σκέφτεται, να φαντασιώνει, να προδίδεται, να νοσταλγεί.

P. S. The rum tum tum. How will you pun? You punish me? Crooked skirt swinging, whack by. Tell me I want to. Know. O. Course if I didn’t I wouldn’t ask. La la la ree. Trails off there sad in minor. Why minor sad? Sign H. They like sad tail at end. P. P. S. La la la ree. I feel so sad today. La ree. So lonely. Dee.

Οι αναφορές σε όπερες και μουσικά κομμάτια υφαίνονται μεγαλοπρεπώς με το δείπνο των θαμώνων, τη βουή του μπαρ, τον εραστή της Μόλλυ που αναχωρεί για την συναντήσει μπροστά στα μάτια του αμήχανου συζύγου της. Οι Σειρήνες, αρχικά δύο όμορφες σερβιτόρες, εν συνεχεία οι γυναίκες της ζωής του κάθε ήρωα, κάποιες υπαρκτές, άλλες όχι, ενίοτε αμείληκτες Σειρήνες-σκέψεις που κατατρέχουν σαν φαντάσματα, αλλά και τυχαίες πόρνες του δρόμου, τυλίγονται σαν καπνός πάνω από τους μεσήληκες ήρωες του Τζόυς, παρασύροντάς τους σε επικίνδυνα μονοπάτια, υπαρκτά ή μη.

Συνεπής προς σημειολογία του, ο Τζόυς αποδίδει τη στιγμή της απιστίας της γυναίκας του Bloom με το επιφώνημα του αλέκτωρα:

Cockcarracarra

«Πριν αλέκτωρα φωνήσαι τρις απαρνήση με. Και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς.»  Έτσι κι ο Bloom. Εξέρχεται του μπαρ, πλήν όμως δεν κλαίει πικρώς: Φουσκωμένος από το βαρύ του δείπνο, και προσεκτικά ώστε να μην τον ακούσει μία διερχόμενη πόρνη, αφήνει τα αέριά του με ανακούφιση, όχι όπως αρμόζει σε έναν άντρα χορτάτο από του γεύμα του, αλλά όπως είναι ταιριαστό σε έναν ασήμαντο ανθρωπάκο ρημαγμένο από την προδοσία και την καταπίεση.

Pprrpffrrppffff

Έτσι λοιπόν τελειώνει τις μουσικές, μεγαλοπρεπείς Σειρήνες του ο Τζόυς: με μία ενοχική πορδή.

One thought on “Οδύσσεια_13

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s