Οδύσσεια_03

bf2

Το αεροπλάνο της επιστροφής πάει σαν κάρο σε άστρωτο χωματόδρομο. Ίσως αυτό το διαρκές κούνημα, το λίγο ανησυχητικό, να είναι ο λόγος για τον οποίο το χειμαρρώδες, παραληρηματικό stream-of-consciousness του Stephen Dedalus για την παραλία και το Παρίσι να μου φάνηκε τόσο συναρπαστικό. Αρχαία κοχύλια μπλέχτηκαν με σκωτσέζικα ψωμάκια, κι αυτά, με τη σειρά τους, με την Πόλη του Φωτός. Ζαλίστηκα παράξενα.

Bath a most private thing. I wouldn’t let my brother, not even my own brother, most lascivious thing. Green eyes, I see you. Fang, I feel. Lascivious people.

Οι ενοχές και οι φοβίες του Dedalus υφαίνονται με εικόνες ερωτικές και θανατερές. Δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω, αλλά επιμένω με πείσμα που με εντυπωσιάζει κι εμένα την ίδια, και δεν απογοητεύομαι.

Darkness is in our souls do you not think? Flutier. Our souls, shamewounded by our sins, cling to us yet more, a woman to her lover clinging, the more the more.

Πρέπει να βρισκόμαστε κάπου πάνω από τη Γαλλία, όταν περνάω πλέον στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, στην Καλυψώ. Δεν ξέρω εάν εξοικειώθηκα, εάν η γλώσσα του Τζόυς ημέρεψε προσωρινά, ή εάν ενθουσιάστηκα με την εμφάνιση του Leopold Bloom, αλλά το μάτι μου τρέχει. Η προετοιμασία του πρωινού, η φροντίδα της γάτας, η εικόνα της Molly στο κρεβάτι, όλα δοσμένα ήπια και τρυφερά. Εκ πρώτης τουλάχιστον, ο Leopold Bloom δείχνει να είναι ένας λιγότερο βασανισμένος χαρακτήρας από τον Stephen Dedalus.

Σκέφτομαι πως ο Οδυσσέας δεν είναι απλά μια αναγνωστική δοκιμασία για το νου και τη συγκέντρωση. Είναι, επίσης, μία σωματική άσκηση: ο Τζόυς δημιουργεί μονοπάτια δύσβατα στο μάτι, ανηφόρες και σκοτεινά περάσματα, τα οποία διαδέχονται γλυστερές κατηφόρες και αναπάντεχα ξέφωτα.

Αυτό είναι ένα βιβλίο-ταξίδι, τόσο για το νου όσο και για το σώμα το ίδιο.

bf1Υ.Γ.: Το πρώτο βράδυ στο Δουβλίνο βρέθηκα αναπάντεχα σε μία παραδοσιακή pub με παρέα Ιρλανδών που γνώριζα για πρώτη φορά. Ανεβήκαμε στο μικρό πατάρι, όπου δύο τύποι έπαιζαν κιθάρα και φλάουτο, ενώ μπροστά τους ένας όμορφος άντρας χτυπούσε γελαστός τα χέρια του στον τρελό ρυθμό της μουσικής. Η Guinness έρεε σαν νερό, ξανθές κοπέλες στροβιλίζονταν χτυπώντας παλαμάκια, κι εγώ μέθυσα πρώτη φορά από τη μουσική κι όχι από το ποτό. Αργότερα έψαξα και βρήκα το τραγούδι. Είναι αυτό:

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s