Τα τρένα που φύγαν

Έφτασα στις Βρυξέλλες νωρίς το πρωί. Δεν είχα κανέναν να του πω ότι ανησυχούσα, ότι είχα άγχος, ότι κουράστηκα να ταξιδεύω μόνη μου.
Στο μυαλό μου, μία αγωνία: Να μη χάσω κανένα τραίνο. Ούτε ένα.
Μπήκα στο TGV από τον Βόρειο Σιδηροδρομικό Σταθμό. Δίπλα μου, ένας νεαρός  με καπέλο το διάβασε στο βλέμμα μου. «Πάω Στρασβούργο, αλλά θα σταματήσουμε και Λουξεμβούργο», είπε. Ησύχασα.
Έβγαλα το βιβλίο μου αλλά δεν διάβασα πολύ. Χάζευα τα δάση του νότιου Βελγίου και τη βροχή και φανταζόμουν πως είμαι κατάσκοπος σε ταινία του ’70, σαν την ηρωίδα.
Το Λουξεμβούργο δεν μου άρεσε. Μου φάνηκε τεχνητό κι άσχημο. Επιστρέφοντας από το δείπνο με έναν συνεργάτη που δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου σκέφτηκα ότι το μόνο που μπορεί να κάνει τα ταξίδια για δουλειά λίγο περισσότερο υποφερτά είναι οι άνθρωποι που γνωρίζεις εκεί.

 

Άφησα το Λουξεμβούργο το επόμενο απόγευμα. Ο δρόμος μακρύς και νυχτερινός: Θα έφτανα ξημερώματα, μέσω Βρυξελλών και πάλι, στο Άμστερνταμ.
Όλο το ταξίδι ένα μεγάλο σκοτεινό τούνελ. Πόλεις περνούσαν κι έφευγαν, άνθρωποι έμπαιναν κι έβγαιναν. Μία κοπέλα έκλαιγε, ένας κύριος ροχάλιζε. Σκεφτόμουν πόσο σχετικά είναι όλα: Ήταν το τραίνο που πήγαινε στο Άμστερνταμ, ή μήπως ήταν το Άμστερνταμ που ερχόταν προς εμένα;
Όταν, αργά τη νύχτα και μετά από 8 ώρες ταξίδι, μπήκα στο δωμάτιο του ξενοδοχείου με την ταπετσαρία του Ρέμπραντ, άρχισα να τραβάω φωτογραφίες λες και δεν το πίστευα ότι μόλις είχα διασχίσει τρεις χώρες και φτάσει στον προορισμό μου.

 

Το επόμενο πρωί η θέα ήταν γνώριμη και μαγευτική μαζί: Η τρίτη φορά σε μία πόλη είναι πολύ ιδιαίτερη τελικά – έχεις πλέον αποκτήσει έναν ικανοποιητικό βαθμό οικειότητας, αλλά δεν έχεις πάψει να τα χάνεις με την ομορφιά της.
Αυτή τη φορά παρατηρούσα τις λεπτομέρειες: Μερικά παρτέρια πάνω στα κανάλια, μερικά χρωματιστά ποδήλατα, μία γάτα σε ένα περβάζι. Μπορεί να μην είχα χρόνο να πάω στα μουσεία, αλλά πρόλαβα να δω την πόλη με άλλο μάτι.

 

Το κτήριο στο οποίο δούλεψα ήταν ένα κόσμημα. Το χάζευα και σκεφτόμουν πόσο τυχεροί είναι όσοι δουλεύουν καθημερινά εκεί μέσα.
Μετά το τέλος της συνάντησης, δύο Ολλανδοί συνεργάτες επέμειναν να δοκιμάσω λίγες τοπικές σπεσιαλιτέ: Μπύρα και τυρί.
Συζητώντας μαζί τους, ήρεμη που όλα είχαν πάει καλά και λίγο ζαλισμένη από την μπύρα, σκέφτηκα για μια στιγμή ότι τους ένοιωσα φίλους μου. Γέμισα με μία ζεστή χαρά.

 

Περπατώντας μόνη προς το ξενοδοχείο, λίγες ώρες πριν αναχωρήσω για την Αθήνα, συνειδητοποίησα ότι κάθε ταξίδι είναι ένα μεγάλο βιβλίο. Ο καθένας το διαβάζει αλλιώς, και, επιστρέφοντας, το διηγείται με διαφορετικές λέξεις.

 

 

 

 

 

7 thoughts on “Τα τρένα που φύγαν

  1. Περίεργο,δεν περίμενα ποτέ να πεί κάποιος για το λουξεμβούργο πως είναι τεχνητό και άσχημο..έμεινα εκει κάποιους μήνες και θεώρησα πως είναι και με διαφορά η πόλη που μου άρεσε περισσότερο ως τώρα,απο κάθε άποψη(εντάξει, με εξαίρεση τη νυχτερινή ζωή)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s