Ο εφιάλτης του καλικάντζαρου – και μία παράκληση

Ακολουθεί παιδική ανάμνηση παύλα εφιάλτης παύλα παράκληση.

Λουτράκι Κορινθίας, γύρω στα 1984: Ο μπαμπάς με παίρνει μαζί του βόλτα με το αυτοκίνητο στο Λουτράκι για να πάρουμε εφημερίδα από την κυρία Μαρία που είχε το πρακτορείο του κεντρικού δρόμου. Μπαίνοντας στο πρακτορείο, μία κυρία αγνώστων σε εμένα λοιπών στοιχείων με αγκαλιάζει και αναφωνεί «Σωθήκαμε!». Ο μπαμπάς για κάποιο μυστήριο λόγο χαίρεται, συζητάει για λίγο με την κυρία την οποία προφανώς γνωρίζει καλά, και μου ανακοινώνει περιχαρής «Θα έρθω να σε πάρω μετά! Τι ωραία! Θα παίξεις στο θέατρο!»

Αμίλητη, ακολουθώ την άγνωστη χαρούμενη γυναίκα στο Δημοτικό Θέατρο Λουτρακίου. Εκεί, μία άλλη, στρουμπουλή άγνωστη κυρία βάφει επιμελώς το πρόσωπό μου καφετί, μου φοράει ένα μαύρο σεντόνι με τρύπες και μου ανακοινώνει ότι «Το παιδάκι αρρώστησε. Αλλά, τι καλά που σε βρήκαμε! Δε χαίρεσαι που θα παίξεις εσύ τον καλικάντζαρο στη σημερινή παράσταση;».

Όχι. Δε χαίρομαι. Δε χαίρομαι που δεν ξέρω κανέναν, που ο μπαμπάς με άφησε με μία άγνωστη, που ξέρω ότι μετά θα μου πει ότι «απλά δεν τη θυμόσουνα την κυρία Σοφία, Αγιατούλα μου», που με μουτζούρωσαν παντού, που είμαι καλικάντζαρος ενώ ένα άλλο, ξανθό κοριτσάκι, είναι πριγκίπισσα, που δεν θυμάμαι τα λόγια, που ο κόσμος μπαίνει στο θέατρο και τον βλέπω από τα πλάγια, που οι θέσεις γεμίζουν.

Η παράσταση αρχίζει, εγώ την παρακολουθώ, ξεχνιέμαι, κάποια στιγμή η χοντρούλα που με έβαψε με σπρώχνει στη σκηνή, εγώ χοροπηδάω ανεξέλεγκτα, πιάνω το χέρι της πριγκίπισσας, λέω τρεις κουβέντες και ξαναμπαίνω σαν κυνηγημένη στο τζάκι-έξοδο από τη σκηνή.

Όταν ο μπαμπάς έρχεται να με πάρει, όλοι του λένε πόσο καλά τα πήγα, ότι έπιασα την πριγκίπισσα αντί για τον άλλο καλικάντζαρο αλλά δεν πειράζει, ότι είναι ταλέντο η μικρή, και να με ξαναφέρει.

Στο αυτοκίνητο του κρατάω μούτρα και του λέω ότι ήθελα να κλάψω αλλά είχα τη μουτζούρα στο πρόσωπο. Ότι δεν ήθελα να με αφήσει. Μου ζητάει συγγνώμη, μου λέει να μην είμαι υπερβολική, και μου αγοράζει ένα σουβλάκι.

Ο Βασίλης Ρώτας

Αθήνα, χρόνια μετά: Ανεξέλεγκτο πράγμα η μνήμη. Ξάφνου, ένα βράδυ θυμάμαι ότι κάποτε, μια χειμωνιάτικη βραδιά στο Λουτράκι, έκανα τον καλικάντζαρο στο Χορό των Παιχνιδιών του Κορίνθιου συγγραφέα και ποιητή Βασίλη Ρώτα. Έκτοτε, ψάχνω το κείμενο, σε βιβλίο ή διαδικτυακά. Θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη συλλογή Θέατρο για Παιδιά, την οποία επίσης δεν έχω καταφέρει να εντοπίσω.

Παρακαλείται εάν κάποιος έχει το Χορό των Παιχνιδιών να μου τον στείλει. Θέλω πολύ να εντοπίσω το στίχο που ψέλλισα εκείνο το βράδυ στην παράσταση, βαμμένη καλικάντζαρος και προσπαθώντας ευσυνείδητα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου.

Υ.Γ.: Ψάχνοντας περισσότερο για το Βασίλη Ρώτα, είδα ότι, εκτός όλων των άλλων, υπογράφει τους στίχους σε αυτό το τραγούδι, το οποίο ευθύνεται για τους απανωτούς εφιάλτες κάθε φορά που, μέχρι τα δέκα μου χρόνια, έβλεπα βάρκα. Δεν μπορεί να είναι τυχαίο.

3 thoughts on “Ο εφιάλτης του καλικάντζαρου – και μία παράκληση

  1. το χριστινακι ηταν τρελλος εφιαλτης και για μενα εκει γυρω στα 8. υπηρχε ή στο ανθολογιο ή σε μια -πολυ καλη – 8τομη ανθολογια ποιησης και διηγηματος και την ειχα τσακισει και θυμαμαι ποσο φρικτο ηταν το γεγονος που περιεγραφε και ποσο χαρουμενη η μελωδια του. αλλα εκεινο που μου χε προκαλεσει απιστευτο τρομο ηταν το τραγουδι του νεκρου αδελφου…δεν είναι κρίμα κι άδικο, δεν ειναι αμαρτια,να περπατούν οι ζωντανοί με τους απεθαμένους…
    παραξενο πραγμα ομως που ειναι η μνημη: το θυμαμαι σχδον ολο απο μνημης τριαντα τοσα χρονια μετα, ενω εχω ξεχασει ακομα και την ιστορια απο καποιια βιβλια που εχω διαβασει πολυ μετα. μαλλον ομως ημουν φοβιτσιαρα γιατι ακομη κι ο μενουσης που σφαξε την γυναικα του μου εκανε πολυ εντυπωση. για αναγνωστρια που καταναλωνει τεραστιες ποσοτητες αστυνομικων και τρομου μαλλον λιποψυχη υπηρξα.

      1. και που να δεις ιστοριες με νεραιδες απ τη μαμα μου και το χωριο της, οπου οι νεραιδες ειναι εντελως πραγματικες -εννοειται- και περισσοτερο σειρηνες παρα αριελ. ετρωγαν τους καημενους τους ανθρωπους κι εφτυναν και το κοκαλακι. κι επερασα ολη την παιδικη μου ηλικια με τη συνεχη υπενθυμιση: αν το βραδυ ακουσεις καποιος να φωναζει τ ονομα σου, μην απαντησεις ειναι οι νεραιδες και θα σου παρουν τη φωνη. ακομη δε γυριζω στο ακουσμα του ονοματος μου. σπλατερ παιδικη ηλικια.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s