Το ψαράκι της γυάλας

Ο άνθρωπος, με τη φραντζόλα υπομάλης, είναι ο ίδιος που πριν δύο χρόνια περίπου κρατούσε καρπούζι. Τότε ήταν Ιούλιος! και φυσικά υπήρχαν καρπούζια, ενώ τώρα Απρίλης και πήρε φρατζόλα. Βέβαια και καρπούζια να υπήρχανε, πράγμα αφύσικο για μήνα Απρίλη, αυτός πάλι για φρατζόλα στο φούρνο θα πήγαινε, όπως άλλωστε όλος ο κόσμος.

Μέσα στο γενικό πανικό, πέσαν όλοι στα τρόφιμα. Περίμενε κι αυτός κάπου μισή ώρα σειρά και στο τέλος βρέθηκε με μια ζεματιστή φρατζόλα στο χέρι. Άλλοι παίρνανε τρεις και τέσσερες, αυτός μόνο μία. Για τη δουλειά που την ήθελε και μία αρκούσε. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και πήρε τους δρόμους.

Το σωστό είναι όταν κάποιος κρατάει μία φρατζόλα, να πηγαίνει στο σπίτι του. Όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει. Στη συνοικία που έμενε, από τα χαράματα είχαν αρχίσει συλλήψεις και μόλις πρόλαβε να ντυθεί βιαστικά, πετάχτηκε έξω και ξεμάκρυνε γρήγορα, αναζητώντας τοπίο κατάλληλο αντικείμενο για καμουφλάζ στις κινήσεις του.

Σ’ όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους πρωτόγονους, είναι γνωστή η αξία χρήσης των αντικειμένων. Στις προηγμένες εμπορευματικές κοινωνίες τα πράγματα φυσικά έχουν και μια άλλη αξία, την ανταλλακτική, όπως συνήθως τη λένε. Στην Ελλάδα εκτός απ’ αυτές τις δύο γνωστές και πολυσυζητημένες αξίες έχει ανακαλυφθεί και μια τρίτη: Η παραλλακτική, που παίζει σημαντικό ρόλο στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος. Είναι δε η παραλλακτική αξία ενός πράγματος απευθείας ανάλογη της εφευρετικότητας του παραλλάκτη και της αντίληψης του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να παραπλανήσει. Δηλαδή, όσο πιο ατσίδας είναι ο αστυνομικός, τόσο πιο πειστικό πρέπει να είναι το αντικείμενο που κρατάει ο παραλλάκτης στα χέρια του, για να λειτουργήσει ο νόμος της παραλλαγής.

Στα Ιουλιανά, πηγαίνοντας ο άνθρωπός μας στις συγκεντρώσεις είναι αλήθεια, πάντα στα άκρα, κρατούσε κι ένα καρπούζι. (Αξία παραλλαγής). Αν γινόταν καμιά φασαρία, γλιστρούσε, δείχνοντας στους αστυνομικούς το καρπούζι: «Είμαι ένας φιλήσυχος άνθρωπος και πάω στο σπίτι μου».

Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το ‘τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν’ αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δεν γινόντανε. Βαριόντανε. Βαριόντανε ν’ ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ-φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν’ αλλάξει το νερό, μια ασχολία κι αυτή’ που του φαινόνταν βαρετή.

Τα τελευταία χρόνια είχε κι αυτός την Καπούη του: Ένα σπιτάκι με βεράντα που έβλεπε προς το βουνό. Αφού έζησε τη μισή ζωή του σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντήρια εξορίας, μετά από τόσες στερήσεις, όταν κάποτε βρέθηκε ελεύθερος, μπλέχτηκε με κάτι οικόπεδα, κέρδισε ξαφνικά μερικά λεφτoυδάκια κι αγόρασε αυτό το σπιτάκι όπου και ζούσε μονάχος.

Για παντρειά δεν αποφάσιζε. «Δεν ξέρεις τι γίνεται πάλι», έλεγε κάθε φορά που του φέρναν εκεί την κουβέντα. «ο γάμος σε δένει με τούτον τον κόσμο, ευθύνες, παιδιά. Εγώ έχω ένα παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον».

Κι όμως, έστω χωρίς γάμο μα με μόνο το σπίτι, δημιουργούσε γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν. Γιατί δεν ήταν μόνο οι τέσσερεις τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, παράθυρα δίχως κάγκελα και μια πόρτα που την άνοιγε όποτε ήθελε, δεν ήτανε φυσικά αιτίες να ξεκόψει από την παλιά του ζωή μόνον αυτά. Ήταν κι ένα σαλονάκι δανέζικο. Ήταν κι ένα κρεβάτι μ’ αναπαυτικό στρωματέξ. Σόμπα στα χειμωνιάτικα βράδια, ψυγείο για τα καυτά καλοκαίρια, παγάκια, και μια σειρά άλλα ψιλοπράγματα εκ πρώτης όψεως που δεν είχε συναντήσει στους ηρωικούς αλλά τόσο σκληρούς χώρους της νιότης του.

Είναι αλήθεια, καλά καλά δεν είχε ξεκόψει με το παρελθόν. Όσο μπορούσε συνέχιζε, πηγαίνοντας στις συγκεντρώσεις, παραγγελτικά φυσικά, δίνοντας τακτικά τη συνδρομή του κι ακούγοντας στο πικάπ δίσκους που αποκλειστικά αναφέρονταν σε κείνα τα δύσκολα χρόνια.

Ήταν ωραία ν’ ακούς στους δίσκους για καημούς και στερήσεις, για μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άσχετα αν δεν κατάληξε κάπου, για μια στάση ηρωική που μετείχε κι ο ίδιος. Ήταν πολύ ωραία να κάθεσαι στη σαιζ λογκ και ν’ αναπολείς ακόμη και τους περασμένους πόνους σου, απαλότεροι τώρα, τυλιγμένοι στο μύθο, σα να μη συνέβηκαν σε σένα τον ίδιο. «Ε, πάει περάσανε όλα. Δύσκολα χρόνια, αλλά είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία». Ήταν καλά μέσα στο σπίτι του με τις αναμνήσεις και το πικάπ’ ήταν πολύ καλά έτσι που ζούσε, τι αρχίσανε πάλι να πάρει ο διάβολος, τι φταίει να παίρνει πάλι μπάλα τους δρόμους;

Ήταν μια χαρά βολεμένος και τώρα το κυνηγητό και πού να πάει; Ποια δύσπιστη πόρτα να χτυπήσει, που όλοι, συγγενείς, γνωστοί, φίλοι, θα είχανε την ίδια αιτία; Πολλοί απ’ αυτούς τώρα θα ‘ταν κιόλας πιασμένοι κι άλλοι ίσως τριγυρίζουν όπως κι ο ίδιος με μια φρατζόλα στο χέρι.

Έκανε ένα μεγάλο κύκλο μακριά απ’ το κέντρο. Πέρασε Βύρωνα, Δάφνη κι έπεσε στην Καλλιθέα. Ήταν μια καλή άσκηση. Είχε καιρό να περπατήσει τόσο πολύ. Κι ήταν ένα φωτεινό πρωινό, λες επί τούτου φτιαγμένo για ένα μεγάλο περίπατο. Ασυναίσθητα άρχισε να τσιμπάει τη γωνιά της φρατζόλας, ενώ ταυτόχρονα του ‘ρθανε αισιόδοξες, σκέψεις: «Μπα, δεν κρατάει για πολύ αυτή η κατάσταση. Όπου να ‘ναι θα πέσουν».

Τώρα όποιος θα ‘θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου. Βέβαια, η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλει καρδιά και προσωπική προπαρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο.

«Πώς θα πέσουν;» άκουσε μια φωνή μέσα του, «όπως τα ώριμα φρούτα
από μόνα τους ή τινάζοντας το δέντρο γερά;». «Θα τους ρίξει ο λαός», διόρθωσε πικραμένος λιγάκι, γιατί ήτανε δεδομένο ότι θεωρούσε τον εαυτόν του ένα μ’ αυτό το λαό κι επομένως δεν έβγαζε την ουρά του απ’ έξω. Ναι, αλλά τότε, έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο εκεί που μπορούσε να διαδραματιστούν γεγονότα, να συμμετάσχει σ’ αυτά ή μήπως πίστευε στη θεωρία της πρωτοπορίας (τα στελέχη χρειάζονται) κι έπρεπε να φυλαχτεί;

«Δεν μπορώ» σκέφτηκε, «προς το κέντρο δεν πάνε τα πόδια μου. Όσο κι αν το βλέπω σωστό, μου είναι αδύνατο. Ας ενεργήσουν οι άλλοι, ας κατεβούνε στο κέντρο οι νέοι».

Είχε φτάσει σε μια περιοχή που κατοικούσε μια μακρινή εξαδέλφη του. Δίστασε να πάει προς το σπίτι της. Όμως το στόμα του ήταν πικρό απ’ τα τσιγάρα και του χρειαζόντανε ένας καφές. Τελικά τ’ αποφάσισε.
– Τι γίνεται; ρωτούσε της ξαδέρφης ο άντρας, γερό παλικάρι και γερό μεροκάματο.
– Τι γίνεται; ρώτησε κι ο ίδιος μην ξέροντας τι ν’ απαντήσει.
– Θα ‘χει την Κυριακή ποδόσφαιρο άραγε;
– Πού να ξέρω; είπε εκείνος που ερχόνταν απ’ έξω.
– Τι μας βρήκε! Τι μας βρήκε! έκανε απελπισμένος ο άλλος κι έπιασε
το μέτωπό του. Έχεις και το ραδιόφωνο, μόνο εμβατήρια παίζει. Για τα γήπεδα τίποτε.

Ο δικός μας ρούφηξε καυτό τον καφέ του, προσπαθώντας να γλιτώσει το γρηγορότερο από της εξαδέλφης τον άντρα κι από τα άσματα του ραδιοφώνου, και πετάχτηκε πάλι στο δρόμο, αυτή τη φορά μ’ ένα νευρικό, σβέλτο βήμα. Πρώτη φορά περπατούσε μ’ αυτό τον τρόπο κι απορούσε κι ο ίδιος όταν τσάκωσε τον εαυτό του να δουλεύει μέσα του το εμβατήριο, θα μπορούσε να πει πως το σιγομουρμούριζε κιόλας;

Το πυροβολικό, το πυροβολικό,
το πυροβολικό, πολύ το αγαπώ.

Παρατήρησε ότι κι ένας άλλος άνθρωπος που βάδιζε μπρος του πήγαινε με τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο βηματισμό, λες και μικροσκοπικά μεγάφωνα κολλημένα εκεί δίπλα στ’ αυτιά του μετέδιδαν το γνωστό εμβατήριο. Ήταν φορτωμένος μια τσάντα φίσκα με τρόφιμα κι αυτό κάθε φορά τον έκανε να χάνει το βήμα του. Όμως αμέσως ένα πηδηματάκι κουτσό, και το έβρισκε. Τον πήρε από πίσω. Δύο τετράγωνα παραπέρα τον ρούφηξε μια πόρτα. Αυτόν θα τον περίμενε ίσως μια γυναίκα με τα νυχτικά, ο απέναντι γείτονας για κανένα ουζάκι, ο μπατζανάκης μ’ έτοιμο στρωμένο το τάβλι. Τίποτε δεν άλλαξε γι’ αυτόν. Μόνο ένα κουτσό βηματάκι κι αμέσως ήτανε με το ρυθμό της ημέρας κι αυτό του επέτρεπε να κοιμάται στο σπίτι του.

Γιατί λοιπόν να μην κάνει κι ο ίδιος αυτή τη μικρή προσαρμογή, πάντα θα περπατούσε παράταιρα; Ένα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου. Βέβαια μπορεί εκεί να μην τον περίμενε μια γυναίκα με το νυχτικό, ένας μπατζανάκης, οι γείτονες να κάνουν παρέα, όμως είχε εκείνο το ψαράκι στη γυάλα, και ποιος θα του αλλάζει το νερό; Είναι μια ζωούλα κι αυτό, έχει ευθύνη. Το φαντάζονταν να κόβει βόλτες στο στενό χώρο της γυάλας. Έκανε όλο χάρη κινήσεις, δείχνοντας τη χρυσή του κοιλιά, πότε τα πλαϊνά του πτερύγια. Το στόμα του ανοιγόκλεινε ρυθμικά. Και ξαφνικά η αναπνοή του γινόντανε γρήγορη, ασφυκτιούσε. Τώρα σπαρτάραγε, πνίγονταν, έπεφτε μολύβι το σώμα του στον πάτο της γυάλας.

Έβγαλε το μαντίλι απ’ την κωλότσεπη και σφούγγισε το ιδρωμένο του μέτωπο. «Δε γίνεται» σκέφτηκε, «πρέπει να πάω». Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν’ αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ’ άλλα τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη.

Επέστρεφε μέσα στο απριλιάτικο απόγευμα σπίτι του κι ήταν παρμένη η απόφαση. Εκεί θα κλειδώνονταν κι ας έρχονταν από εκεί να τον πάρουν.

Σουρουπώνοντας έμπαινε στην Καισαριανή.

[Μάριος Χάκκας, “Το ψαράκι της γυάλας”, 1971]

Διάβασα το διήγημα, εκτυπωμένο από τον υπολογιστή του γραφείου, στον Προαστιακό προς το σπίτι. Ήταν Παρασκευή, 15 Ιουνίου, δύο ημέρες πριν τις εκλογές. Πήγαν να με πάρουν τα κλάματα.

Advertisements

One thought on “Το ψαράκι της γυάλας

  1. Του (αγαπημένου μου) Μάριου Χάκκα

    Λεωφορείο ο κόσμος

    Από την αφετηρία ήταν κι όλας γεμάτο. Κατειλημμένες όλες οι θέσεις καθήμενων, φισκαρισμένος ο χώρος ορθίων.
    Στις ειδικές θέσεις για πρόσωπα που χρήζαν βοήθεια, δυο δεκαεξάχρονοι νέοι είχανε στημένη ψιλή κουβεντούλα, αδιαφορώντας για το συνταξιούχο κύριο που είχε σταθεί επιδεικτικά από πάνω τους κι εκδήλωνε την αγανάκτηση του μ’ ένα ελαφρό τικ στο προχωρημένο προγούλι του.
    – Ο Λένιν, είπε ο ένας, αυτός αν δεν πέθαινε γρήγορα, η εξέλιξη θα ‘ταν άλλη. Δε θα υπήρχε εκτροπή. Δε θα πέφτανε τόσα κεφάλια.
    – Μπα, του χώθηκε ο άλλος. Μάλι τα κεφάλια θα πέφτανε. Εξάλλου το είπε κι ο Τρότσκι. Ήταν μια αναγκαιότητα. Αλλιώς η επανάσταση φράκαρε.
    – Ο Στάλιν το παράκανε όμως, συμπλήρωσε ο πρώτος που φαίνονταν τώρα να πλησιάζει τις απόψεις του άλλου.
    – Ακούτε, ακούτε, είπε ο γηραλέος συνταξιούχος, στρέφοντας στο διπλανό όρθιο με το χαρτοφύλακα κάτω απ’ το μπράτσο.
    – Ακούτε πράματα! Ο Λένιν, ο Στάλιν, η νεολαία μας! Είδατε πώς μιλάνε για κομμένα κεφάλια!
    Το προγούλι του έπαιξε πάλι μ’ ένα αιφνίδιο τρέμουλο. Έφερνε διαρκώς τα μάτια πότε προς τη μεριά των δυο νεαρών βλοσυρά, πότε προς την πλευρά του κυρίου με το χαρτοφύλακα ικετευτικά για μια συγκατάθεση στα δικά του λεγόμενα, μια κάποια συνηγορία στη στάση του.
    Ο κύριος με το χαρτοφύλακα δεν απάντησε ούτε καν μ’ ένα της κεφαλής πάνω κάτω κούνημα, με τα μάτια τουλάχιστον, ίσως γιατί εκείνη τη στιγμή ήταν αφοσιωμένος στα ρέστα του και εν συνεχεία στο εισιτήριο που κρατούσε στο χέρι.
    – Προσέξτε, είπε με αστραφτερό πρόσωπο. Όπως κι αν το διαβάσεις σου λέει το ίδιο. «Νίψον ανομήματα μη μόναν όψιν». Κάθε πότε νομίζετε μπορεί να συμβεί μ’ έναν αριθμό πενταψήφιο; Κάνω συλλογή μ’ αυτά τα χαρτάκια.
    Και χωρίς ν’ ανοίξει την τσάντα το έσπρωξε από τα πλάγια μέσα.
    Κράτησε ευτυχισμένο χαμόγελο παρ’ ότι κάποιος μέσα στο γενικό στριμωξίδι τον πατούσε στον κάλο. Όταν όμως ακούστηκε η φωνή τού ελεγκτή από μπρος «εισιτήρια», αμέσως κατσούφιασε. «Έχει γούστο να το παίρνει μαζί του ή να το σκίζει λιγάκι στη μέση», εσκέφθηκε. «Αν είναι έτσι, δεν του το δίνω.»
    Πάνω σε τούτες τις σκέψεις τον τράβηξε η καθήμενη δίπλα γριά απ’ το μπατζάκι.
    – Παιδί μου, είπε με μια άχρωμη φωνή φέρνοντας το πιγούνι στη μύτη της. Πες μου πού είναι ο Αϊ-Νικόλας;
    – Όπου να ‘ναι φτάνουμε. Πρέπει να βιαστείς να κατέβεις.
    – Ευχαριστώ, παιδί μου, είπε και χώθηκε πιο βαθιά μες στο κάθισμα.
    – Δεν προλαβαίνεις, επέμενε ο άνθρωπος με το χαρτοφύλακα κάτω απ’ το μπράτσο.
    – Πες μου εσύ μόλις φτάσουμε, κι έφερε το πιγούνι της ξανά πίσω στη θέση του.
    Τότε άκουσε την αυστηρή φωνή του ελεγκτή:
    – Σάλια θα ελέγχουμε τώρα; Γιατί το μασάτε, κύριε; Κι επί πλέον το δαγκώνετε πάνω στον αριθμό έτσι που δε φαίνεται τίποτα. Γιατί δε το βάζετε μασουράκι στη βέρα σας όπως η διπλανή κυρία;
    – Δε φοράω βέρα, κύριε, κι έκανε να δείξει τα χέρια του, έπειτα άρχισε να ξεκουμπώνει το επάνω κουμπί, εκεί που βρίσκει η γραβάτα. Και πρόσθεσε: Ασυναίσθητα γίνεται.
    – Γιατί να μη φοράτε τη βέρα σας, κύριε; πετάχτηκε ο συνταξιούχος.
    – Βλέπεις, Μιχάλη, είπε κι η διπλανή του κυρία, πόσο χρειάζεται η βέρα!
    – Μα μιλάς κι εσύ; Αφού ξέρεις ότι με στενεύει.
    Κι έκανε πάλι να δείξει τα χέρια του κάπου, προς τα πίσω, στον κύριο με το χαρτοφύλακα. Δεν πρόλαβε γιατί ξαναμπήκε η γριά.
    – Παιδί μου, μήπως φτάσαμε στον Αϊ-Νικόλα; τραβώντας τον απ’ το μπατζάκι, σφιχτά γαντζωμένη επάνω του.
    – Πρέπει να κατέβεις, απάντησε βιαστικά, προσπαθώντας να ελευθερώσει το πόδι του.
    – Το εισιτήριο σας, άκουσε πλάι του.
    Ήταν ένα χέρι τραχύ. Και μόνο να τ’ ακούμπαγε, θα τσαλακωνόταν αμέσως. Άσε που μπορεί και να το ‘σκιζε ή και να το ‘παιρνε και μαζί του ακόμα.
    – Δεν έχω, είπε κοιτώντας την τσάντα του.
    – Μα γιατί δε ζητάτε εισιτήριο, κύριε;
    – Ξέχασα.
    – Ψέματα! φώναξε ο συνταξιούχος κύριος με το προγούλι. Το ‘χει μέσα στην τσάντα του. Νίψον ανομήματα είναι. Το ‘σπρωξε στο χαρτοφύλακα πλάγια. Μη μόναν όψιν. Δεν ντρέπεσαι! Έχεις και χαρτοφύλακα με βιβλία. Ξέρεις και γράμματα!
    – Το πέταξα, κύριε. Εσύ τι ανακατεύεσαι; Ξέχασα. Μπορεί και να έπεσε μέσα στην τσάντα. Για να δούμε.
    Κι άρχισε να λύνει νευρικά τα λουριά. Πάλι το μπατζάκι του σφίχτηκε, ένιωσε στο πόδι ένα τράνταγμα που κινδύνεψε να χάσει την ισορροπία του. Από την ανοιχτή τσάντα πετάχτηκαν έξω δυο ντομάτες, μισό αγγουράκι κι ένα χαρτάκι μ’ αλάτι που πασπάλισε τον ελεγκτή.
    – Άφησε με επιτέλους, της φώναξε.
    – Ο Αϊ-Νικόλας, παιδί μου;
    – Περάσαμε, είπε ο ελεγκτής.
    – Περάσαμε; Και δε μου το ‘πες, παλιάνθρωπε; Θα σου δείξω εγώ. Κι έχωσε τα δάχτυλα της τσιγκέλια στο μπούτι του.
    – Άφησε με, κωλόγρια. Θα μου σκίσεις το καλό μου παντελόνι.
    -Κι εγώ πού θα κάνω το σταυρό μου, αντίχριστε;
    – Άσε το πόδι, σου είπα.
    Έκανε μια απότομη κίνηση να γλιτώσει απ’ αυτό το απαίσιο μάγκωμα, κι έφυγε το βούλωμα απ’ το παγούρι που βρίσκονταν μέσα στην τσάντα καταβρέχοντας το συνταξιούχο κύριο εκεί μπροστά στα πορτέλα του.
    – Δεν είναι κατάσταση αυτή, ούρλιαξε ο συνταξιούχος. -Αντίχριστε, αντίχριστε, αντίχριστε, έλεγε και ξανάλεγε η γριά.
    – Τα εισιτήρια σας, προχώρησε ο ελεγκτής παρακάτω. -Ένα βήμα μπρος, ακούστηκε η φωνή του εισπράκτορα απ’ το μεγάφωνο.
    -Το «Ένα βήμα μπρος, δυο βήματα πίσω» του Λένιν, σπουδαίο βιβλίο, είπε ο ένας από τους δυο νεαρούς που δε νοιάστηκαν καθόλου για όσα συνέβηκαν στο λεωφορείο.
    – Και το «Τι να κάνουμε». Το «Τι να κάνουμε». Πρέπει να ξαναδιαβάσουμε”.

    (Μ.Χ, από το βιβλίο «Τυφεκιοφόρος του εχρθού»)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s