Ένας Χωρισμός

Έβαλες τη γάτα στὴν κα­πε­λι­έ­ρα, με­τὰ τὴν κυ­λό­τα, ἐ­νῶ ἔ­ξω ὁ νέ­ος ἐ­ρα­στής σου κόρ­να­ρε. Βι­α­ζό­σου­να τό­σο ποὺ φό­ρε­σες πρῶ­τα τὶς γό­βες καὶ με­τὰ τὸ καλ­τσόν.

Ἔ­φυ­γες καὶ μ’ ἄ­φη­σες μιὰ μουτ­ζού­ρα στὴ μύ­τη (ἀ­πὸ τὰ μά­τια σου ποὺ ξε­βά­ψα­νε κλαί­γον­τας), τὶς τρί­χες τῆς γά­τας σου, κα­θὼς καὶ μιὰ γεύ­ση ἀ­πο­σμη­τι­κοῦ στὰ χεί­λη.

Ἀ­πό­μει­να ἕ­νας γερο-πα­λιά­τσος ζη­τών­τας βούρ­τσα καὶ κα­θρε­φτά­κι στ’ ἀ­να­στα­τω­μέ­νο δω­μά­τιο, προ­σπα­θών­τας νὰ βγά­λω ἀ­πὸ πά­νω μου τὰ τε­λευ­ταῖ­α ἀ­πο­μει­νά­ρια σου.

Εἶ­πα νὰ γλι­τώ­σω ἀ­πὸ σέ­να, ὅ­μως νι­ώ­θω τὴ γά­τα σου νὰ μπή­γει τὰ νύ­χια στὶς σάρ­κες μου, κι ἡ μουτ­ζού­ρα νὰ κου­λου­ρι­ά­ζε­ται δί­πλα μου στὶς νύ­χτες, πολ­λὲς φο­ρὲς νὰ πα­ρα­μέ­νει ἐ­κεῖ ἀ­νε­ξί­τη­λο στίγ­μα, – τσα­κά­ρι­σμα γιὰ νὰ δη­λώ­νει ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς χί­λιους χω­ρι­σμούς σου.

Τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ θυ­μή­θη­κες τὴ γλά­στρα κι ἔ­ξω κόρ­να­ρε ἀ­στα­μά­τη­τα ὁ μαν­τρά­χα­λος. Χαί­νου­σα πλη­γὴ ἡ κά­μα­ρα, ξε­κοι­λι­α­σμέ­να τὰ συρ­τά­ρια, ὅ­λ’ ἀ­να­κα­τω­μέ­να καὶ ρη­μά­δια.

Ξέ­χα­σες κι ἕ­να στη­θό­δε­σμο μα­ζὶ μὲ τρί­α κυ­λο­τά­κια, νὰ μου­λιά­ζουν στὸν μπιν­τέ. Πάν­τα σοῦ ἔ­λε­γα νὰ πά­ρεις βρα­κιὰ ποὺ νὰ φτά­νουν ὣς τὴ μέ­ση σου, ὄ­χι αὐ­τά, τέσ­σε­ρα δά­χτυ­λα ὕ­ψος. Θὰ μοῦ κρυ­ώ­σεις καὶ θὰ τρέ­χεις στοὺς για­τρούς. Ἀλ­λὰ τί μὲ νοιά­ζει τώ­ρα; Τώ­ρα γιὰ μέ­να μιὰ κουκ­κί­δα, στὴν ἀ­πό­στα­ση εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος ποὺ φεύ­γει, ὁ παν­σὲς παν­σές, κι ἡ πε­τα­λού­δα πε­τα­λού­δα.

Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α βγῆ­κες πιὸ κερ­δι­σμέ­νη. Κρά­τη­σες τὸν Κε­ρα­μει­κὸ κι ἐ­μέ­να τὸ νε­κρὸ ἐ­σὺ ἡ νε­κρή στὴν ἀγ­κα­λιά σου, μιὰ μι­κρὴ πευ­κό­φυ­τη πλα­γιὰ μὲ κά­τω τὶς ἀ­να­σκα­φές, πιὸ πέ­ρα μπα­λω­μέ­να μάρ­μα­ρα ἀ­π’ τὶς ἀ­να­στη­λώ­σεις. Πῆ­ρες καὶ τὸ κου­λὸ ἄ­γαλ­μα ποὺ στε­κό­ταν στὴ βρο­χὴ κά­νον­τας ντούς, φέρ­νον­τας τὰ χέ­ρια σὲ στή­θη καὶ γο­φοὺς (στὴν πλά­τη πάν­τα δύ­σκο­λα). Τί κα­τά­λα­βες; Ἔ­φυ­γες καὶ μ’ ἄ­φη­σες χω­ρὶς χέ­ρια, νὰ μὴ μπο­ρῶ πιὰ νὰ τὸ συν­τρο­φέ­ψω, νὰ περ­πα­τή­σω στὴ βρο­χὴ ἢ νὰ στε­γνώ­σω ἀ­χνί­ζον­τας μα­ζί του στὴ λι­α­κά­δα, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας μιὰ κά­ποι­α ἐ­λευ­θε­ρί­α.

Τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο: Πῆ­ρες τὴ γλά­στρα μὲ τὶς πε­τα­λοῦ­δες ποὔ­μοια­ζαν παν­σέ­δες.

Λέ­ω νὰ φύ­γω. Μά, νά, εἶ­μαι σὰ γε­ρα­σμέ­νο χε­λι­δό­νι, καὶ ποῦ ἀ­κμῆς φτε­ρὰ πά­νω ἀ­π’ τὸ πέ­λα­γο, καὶ ποῦ κου­ρά­γιο; Μᾶλ­λον θὰ μεί­νω γιὰ ξε­χει­μώ­νια­σμα σὲ τοῦ­το τὸ δω­μά­τιο. Ὄ­χι πὼς μὲ νοιά­ζει καὶ πο­λὺ ἡ ἀ­που­σί­α σου. Μὴ νο­μί­σεις πὼς εἶ­ναι ἀ­βά­στα­χτες οἱ συν­θῆ­κες. Κά­πως νὰ ξε­χά­σω, μιὰ μι­κρὴ προ­σαρ­μο­γὴ καὶ θὰ πε­ρά­σει ὁ δύ­σκο­λος και­ρός. Ἄλ­λω­στε, μπο­ρεῖ ὁ χει­μώ­νας νἄ­ναι ἤ­πιος μὲ σι­γα­νὲς βρο­χὲς καὶ λί­γες λά­σπες κι ὅ­λα στε­γνώ­νου­νε στὸν ἐ­πι­σκέ­πτη ἥ­λιο, ψυ­χή, φτε­ρά, καὶ μά­τια.

Γέ­μι­σαν τὰ στα­χτο­δο­χεῖ­α ἀ­πο­τσί­γα­ρα, κλει­σμέ­να τὰ πα­ρά­θυ­ρα κι ἡ τσιγα­ρί­λα δὲ λέ­ει νὰ σκε­πά­σει τ’ ἄ­ρω­μά σου.

Λέ­ω νὰ φέρ­νω κα­μιὰ γυ­ναί­κα νὰ μοῦ συ­γυ­ρί­ζει. Με­τὰ θὰ τ’ ἀ­να­κα­τώ­νω σὰ νἄ­σου­να ἐ­σύ, ἄ­στα­τη κι ἀ­κα­τά­στα­τη, ὄ­χι γιὰ νὰ θυ­μᾶ­μαι τὴν πα­ρου­σί­α σου, ἀλ­λὰ ἔ­τσι, γιὰ νἄ­χει καὶ κά­ποια δου­λειὰ ἡ γυ­ναί­κα ποὺ θὰ συ­γυ­ρί­ζει.

Ἔ­χει καὶ κά­ποι­ο ὄ­φε­λος αὐ­τὸς ὁ χω­ρι­σμός. Βλέ­πω πιὰ τὴν ἀ­να­το­λὴ τοῦ ἥ­λιου, κά­τι ποὺ τὄ­χα στε­ρη­θεῖ μα­ζί σου, ἄ­σχε­τα βέ­βαι­α ἂν πε­ρι­μέ­νω ἀ­π’ τὰ με­σά­νυ­χτα. Ὅ­μως στὸ λέ­ω, κον­τά σου εἶ­χε χον­τρή­νει τὸ κε­φά­λι μου ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο, κι ἂν ξα­γρυ­πνά­ω τώ­ρα εἶ­ναι ποὺ πε­ρι­μέ­νω τὴν ἀ­να­το­λὴ καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο.

Ὅ­λοι οἱ σε­λι­δο­δεῖ­χτες στὶς πορ­νι­κὲς σκη­νὲς τοῦ Χέν­ρυ Μίλ­λερ. Ὅ­λα σου τὰ βι­βλί­α φτη­νὰ σέ­ξυ ρο­μάν­τζα, «ἡ ὡ­ραί­α τῆς ἡ­μέ­ρας», «ἡ μα­τω­μέ­νη κομ­πι­νε­ζόν». Τὸ προ­σφι­λές σου βι­βλί­ο Κά­μα Σού­τρα, δι­α­λυ­μέ­νο, φύλ­λα καὶ φτε­ρά, ρού­φη­ξες μέ­χρι τὰ ἐ­ξώ­φυλ­λα. Ὅ­μως ὁ Θου­κυ­δί­δης ποὺ σοῦ χά­ρι­σα, ἄ­κο­πος. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸ πα­ρα­τη­ροῦ­σα μοὔ­λε­γες πὼς εἶ­χε χα­θεῖ ὁ χαρ­τοκό­πτης. Τώ­ρα ψά­χνω καὶ βρί­σκω κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι τρυ­πω­μέ­νους πέν­τε χαρ­το­κό­πτες.

Δὲν ἤ­σουν ἄν­θρω­πος ἐ­σύ, δὲν ἤ­σουν. Καὶ στὰ μου­σεῖ­α ποὺ σὲ πή­γαι­να, μό­νο γιὰ σά­τυ­ρους νοι­α­ζό­σου­να καὶ γιὰ φαλ­λούς. Κι ἂν στά­θη­κες γιὰ ὥ­ρα μπρὸς στὸ κου­λὸ ἄ­γαλ­μα, ἦ­ταν τὰ γεν­νη­τι­κά του ὄρ­γα­να ποὺ σὲ κα­θή­λω­σαν, ἐγ­κυ­μο­νού­σα στιγ­μὴ πρὶν ἀ­π’ τὴ στύ­ση.

Δὲ μὲ χω­ρά­ει τὸ κρε­βά­τι, ὁ χῶ­ρος σου κι ἡ δύ­να­μή σου, ὁ­μο­λο­γῶ, ἐ­κεῖ πά­νω πα­ρα­δί­νο­μαι. Ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σου­με καὶ τὶς κα­ρέ­κλες ποὺ φο­βᾶ­μαι ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ κά­θε­ται ἡ γά­τα σου, δὲ μέ­νει πα­ρὰ νὰ βη­μα­τί­ζω ὥ­σπου νὰ φέ­ξει.

Τὸ πρό­σω­πό σου ἡ νύ­χτα· ἡ μέ­ρα, τὰ μαλ­λιά σου. Ἂν ξα­ναμ­πλέ­ξω μὲ γυ­ναί­κα θἄ­ναι νύ­χτα τὰ μαλ­λιά της, τὸ πρό­σω­πό της μέ­ρα. Θὰ βε­βαι­ω­θῶ ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­σει Θου­κυ­δί­δη κι ὅ­τι κοι­τά­ει τ’ ἀ­γάλ­μα­τα στὸ πρό­σω­πο. Ὅ­ταν βγαί­νου­με, θ’ ἀ­κουμ­πά­ει στὰ γό­να­τα τὴν τσάν­τα. Δὲν εἶ­μαι ζη­λιά­ρης καὶ σε­μνό­τυ­φος, ἀλ­λὰ θέ­λω ἡ­συ­χί­α κι ἠ­ρε­μί­α, ἔ­στω ἂς εἶ­ναι καὶ νε­κρο­τα­φεί­ου.

Κα­τὰ τὰ ἄλ­λα, πί­νω τὸ γά­λα μου, πη­γαί­νω στὴ δου­λειά, τ’ ἀ­πο­γεύ­μα­τα κά­νω κι ἕ­ναν πε­ρί­πα­το πρὸς τὸν Κε­ρα­μει­κό, ἀ­να­ζη­τών­τας και­νού­ργια μο­νο­πά­τια. Σκέ­φτο­μαι, ἐ­δῶ δὲν πά­τη­σε αὐ­τὴ τὴν πέ­τρα, ἐ­κεῖ­νο τὸ χορ­τά­ρι δὲν τὸ εἶ­δε, ἂν καὶ δὲν εἶ­μαι βέ­βαι­ος ἀ­πό­λυ­τα, ξέ­ρω γὼ ποῦ ἔ­πε­φτε τὸ μά­τι σου; Ὅ­σο γιὰ τὸ πό­δι σου, ἀ­φοῦ πά­τη­σε πά­νω στὴν καρ­διά μου, σ’ ὅ­λο τὸ χῶ­ρο πά­τη­σε καὶ τὸν ἐ­κα­τα­πά­τη­σε.

Πα­ρα­τη­ρῶ τὶς φλέ­βες τῶν μαρ­μά­ρων κι ἀ­γάλ­λο­μαι στὴ σκέ­ψη πὼς κά­ποι­α μέ­ρα θὰ γε­μί­σου­νε τὰ πό­δια σου μι­κρὲς φλε­βί­τσες. Τό­τε ἔρ­χε­σαι καὶ σβή­νεις ἀ­π’ τὴ μύ­τη μου αὐ­τὴ τὴ μό­νι­μη μουτ­ζού­ρα, ἀ­π’ τὸ μυα­λό μου αὐ­τὴ τὴ μό­νι­μη θο­λού­ρα. Περ­πα­τᾶς ἀ­νά­με­σα στ’ ἀρ­χαῖ­α μνή­μα­τα ἐ­να­πο­θέ­τον­τας τὴν ψό­φια γά­τα σου σὲ κάποια σαρκοφάγο, αὐτὴν τὴ γάτα ποὺ ἔμ­πη­ξε τὰ νύ­χια της σὲ χί­λιους ἐ­ρα­στές, ποὺ σὲ εἶ­δε ξα­πλω­μέ­νη σὲ χί­λια δι­α­φο­ρε­τι­κὰ κρε­βά­τια κι ἔ­παι­ξε μὲ χί­λι­ες κυ­λό­τες σου ποὺ μπερ­δεύ­τη­καν μὲ τὰ σεν­τό­νια καὶ τὶς ἐγ­κα­τά­λει­ψες. Ἐ­πι­στρέ­φεις κρα­τών­τας ἀγ­κα­λιὰ τὴ γλά­στρα κι ἐ­γὼ λέ­ω στὸν ἑ­αυ­τό μου, μιὰ κουκ­κί­δα στὴν ἀ­πό­στα­ση εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος ποὺ ἔρ­χε­ται κι αὐ­τοὶ οἱ παν­σέ­δες μοι­ά­ζου­νε πο­λὺ μὲ πε­τα­λού­δες.

[Μάριος Χάκκας, Από τη συλλογή διηγημάτων Ο μπιντές κι άλλες Ιστορίες, Κέδρος. Το πορτραίτο υπογράφει ο Lucian Freud.]

2 thoughts on “Ένας Χωρισμός

    1. τρίτη φορά, πάλι τα ίδια. δεν μπορώ να το διαβάσω χωρίς να με πάρουν τα κλάματα. σε λίγο κλείνει χρόνος από έναν άλλο χωρισμό. πολύ δυνατό κείμενο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s