Η αποστολή του αρχαιολόγου και τα εγχώρια top-10 των αρχαιολογικών θησαυρών

«Το πρώτο κεφάλαιο του νέου βιβλίου του Δημήτρη Πλάντζου, Ελληνική Τέχνη και Αρχαιολογία (1100-30 π.Χ.) [Εκδόσεις Καπόν], το οποίο τιτλοφορείται «Κλασική Αρχαιολογία: Μεθοδολογία και πηγές», αποτελεί την πιο πρωτότυπη συμβολή του στη σχετική ελληνική βιβλιογραφία. Σε αυτό εγείρονται θεωρητικά ζητήματα πρόσληψης, μεθοδολογίας και διαχείρισης αναφορικά με την Κλασική Αρχαιολογία, η οποία έχει επανειλημμένα κατηγορηθεί – ή και λοιδορηθεί – για την παρατεταμένη απομόνωσή της από τις θεωρητικές εξελίξεις στην παγκόσμια αρχαιολογία και γενικότερα στις ανθρωπιστικές σπουδές. Στο ίδιο κεφάλαιο ο συγγραφέας αναπτύσσει με τρόπο σαφή αλλά διακριτικό την προσωπική του οπτική για την αρχαιολογία. Η οπτική αυτή χρήζει ιδιαίτερης μνείας καθώς εμπεριέχεται σε ένα έργο προορισμένο να διαβαστεί από ένα σχετικά μεγάλο κοινό, το οποίο συμπεριλαμβάνει εκείνους που θα στελεχώσουν σε λίγα χρόνια την ήδη χειμαζόμενη ελληνική αρχαιολογία.

Ο Πλάντζος θίγει σε αρκετά σημεία το ζήτημα του στόχου της αρχαιολογίας και της αποστολής του αρχαιολόγου, ιδιαίτερα του αρχαιολόγου που ασχολείται με την περίοδο την οποία καλύπτει το βιβλίο του. Ανθολογώ εδώ ελεύθερα, ίσως και αυθαίρετα, σχετικές τοποθετήσεις του, με τις οποίες θα συμφωνούσαν πολλοί, συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος: «Σήμερα, η αρχαιολογία δεν περιγράφεται μόνον ως η ανακάλυψη υλικών καταλοίπων – «αρχαιολογικών θησαυρών» – του παρελθόντος, αλλά και η μελέτη των κοινωνιών που τα παρήγαγαν» και «του κλασικού πολιτισμού στην ολότητά του» (σελ. 12). «Η αναζήτηση υλικών μαρτυριών που επιβεβαιώνουν ή αναδιαμορφώνουν τον ιστορικό λόγο περί παρελθόντος επιβάλλεται, έτσι, ως η κεντρική αποστολή του κλασικού αρχαιολόγου» (σελ. 27). «Σκοπός, επομένως, της ανασκαφής [και γενικά της αρχαιολογικής έρευνας] δεν είναι η απλή ανεύρεση αντικειμένων –λιγότερο ή περισσότερο σημαντικών από αισθητικής πλευράς– αλλά η αξιολόγησή τους ως ιστορικών μαρτυριών» «… εντός του πολιτισμικού πλαισίου που τα δημιούργησε ή τα αξιοποίησε …» (σελ. 28). Αυτό επιτυγχάνεται με τη λεπτομερή τεκμηρίωση της έρευνας πεδίου και την καταγραφή της αρχαιολογικής συνάφειας των ευρημάτων. Και σε δεύτερο χρόνο, με τη μελέτη των ευρημάτων και την απόδοσή τους α) στην επιστημονική κοινότητα μέσω μίας δημοσίευσης και β) στο ευρύ κοινό με εργασίες ανάδειξης (σελ. 28).

Εκ πρώτης, οι απόψεις αυτές μοιάζουν κοινότυπες αλλά αμφιβάλλω αν αυτή η εντύπωση είναι ορθή στην πράξη, καθότι η εικόνα που προβάλλεται συχνά στο ευρύ κοινό (δηλαδή στο ίδιο κοινό που απευθύνεται και ο συγγραφέας) σχετικά με τον αρχαιολόγο και το έργο του είναι αρκετά διαφορετική. Δεν αναφέρομαι στην προβολή που επιτελείται σε ιστοσελίδες και εκδόσεις αμφισβητούμενης αξιοπιστίας και ανησυχητικών προθέσεων, οι οποίες τελευταία έχουν ενσκήψει στον χώρο των ιστορικών σπουδών, ή μάλλον στο περιθώριό του. Πιο αξιόλογη είναι η περίπτωση πιο επίσημων φορέων πληροφόρησης. Ξεχωρίζω ενδεικτικά την πρωτοβουλία της εφημερίδας Το Βήμα και της δημοσιογράφου Μαρίας Θερμού να συγκροτήσουν το τοπ-10 των αρχαιολογικών ανακαλύψεων κατά τα τελευταία δύο χρόνια στην Ελλάδα. Η πρωτοβουλία αυτή βασίζεται στη μεταφορά μίας έμπνευσης του έγκυρου αλλά οπωσδήποτε εκλαϊκευτικού, αμερικανικού περιοδικού Archaeology, η οποία με τη σειρά της ακολουθεί το παράδειγμα της βιομηχανίας του θεάματος. Αντί όμως να καλύπτει ολόκληρο τον πλανήτη, όπως το αμερικανικό πρότυπό της, η ελληνική αναπαραγωγή είναι αφιερωμένη αποκλειστικά στην επικράτεια του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Το πρώτο σχετικό δημοσίευμα, του 2010, αφορούσε γενικά τις ανακαλύψεις των τελευταίων ετών, όπως τις παρουσίαζαν οι ίδιοι οι αρχαιολόγοι που τις έφεραν εις πέρας [Μ. Θερμού (επιμ.), Αλλάζει η εικόνα για το παρελθόν μας, Βήμα Ιδεών, Τεύχος 43, 6/11/2010]. Το δεύτερο, πολύ πρόσφατο σχετικό δημοσίευμα των αρχών του 2012 κάλυπτε τις ανακαλύψεις του περασμένου έτους, του 2011 [Μ. Θερμού, Οι 10 μεγαλύτερες αρχαιολογικές ανακαλύψεις στην Ελλάδα το 2011, Το Βήμα, 7/1/2011]. Η πρωτοβουλία της Θερμού αγκαλιάστηκε από πολλούς Έλληνες αρχαιολόγους, προφανώς ως μέσο επικοινωνίας με το ευρύ κοινό, και αποτελεί πλέον έναν αναπτυσσόμενο θεσμό. Ο θεσμός όμως αυτός ενέχει στοιχεία που συνθέτουν μία ελλιπή ως βαθιά προβληματική εικόνα για το αρχαιολογικό έργο στη χώρα.

Σε αντίθεση με τις κατατάξεις του αμερικανικού Archaeology, οι οποίες δίνουν συχνά έμφαση σε ομαδικές, διεπιστημονικές έρευνες και την αναλυτική δημοσίευση των αποτελεσμάτων τους, οπότε δηλαδή τα συμπεράσματα είναι τεκμηριωμένα και αρκετά ασφαλή, οι κατατάξεις στο Βήμα επικεντρώνονται στην ανάδυση των ευρημάτων από τη γη και στις πρώτες εντυπώσεις. Βρίθουν ως εκ τούτου από αναφορές σε ευρήματα που είναι τα «πρώτα» ή τα «αρχαιότερα» του είδους τους, «πλούσια», «εντυπωσιακά» και «μοναδικά», όπως οι θησαυροί. Γιατί λοιπόν, θα αναρωτηθεί ο φιλάρχαιος αναγνώστης, τα ευρήματα αυτά δεν αναφέρονται στο βιβλίο του Πλάντζου; Κάποια λίγα, τα προϊστορικά και τα ρωμαϊκά, εκπίπτουν των χρονολογικών ορίων του, και εκείνα του 2011 δεν θα μπορούσαν φυσικά να περιλαμβάνονται. Αλλά τα υπόλοιπα; Οφείλεται άραγε η απουσία τους στις υποκειμενικές επιλογές του συγγραφέα ή σε εκείνες της δημοσιογράφου; Έχοντας αναλύσει παραπάνω τις επιλογές του συγγραφέα στρέφομαι εν συντομία σε εκείνες της δημοσιογράφου. Σύμφωνα με αυτές, όλοι ανεξαιρέτως οι αρχαιολόγοι που πέτυχαν τις μεγάλες ανακαλύψεις των τελευταίων ετών στη χώρα μας είναι Έλληνες· «η Ελλάδα είναι πρώτη στον τομέα αυτό» σημειώνεται στο άρθρο του 2012, προς ανόρθωση του καταρρακωμένου – ελέω κρίσης – ηθικού μας. Προφανώς οι δεκάδες ξένοι ανασκαφείς που δραστηριοποιούνται στη χώρα μας είναι απλώς «άτυχοι». Η λογική του αποκλεισμού τους παραπέμπει σε μετα-αποικιακά σύνδρομα που βρήκαν πρόσφορο πολιτικό έδαφος στη χώρα μας τη δεκαετία του 1980 και επέβαλαν τον περιορισμό των εργασιών των ξένων αρχαιολόγων στην ελληνική επικράτεια [Morris, I . 1994. Archaeologies of Greece. I. Morris (επιμ.), Classical Greece: Ancient histories and modern archaeologies, 8-47 (σελ. 38-39)]. Στην καταιγίδα της οικονομικής κρίσης ξενοφοβικά αιτήματα επανέρχονται αλλά ευτυχώς δεν φαίνονται να αγγίζουν την έρευνα.

Από τις μεγάλες ανακαλύψεις του Βήματος δεν λείπουν μόνο οι αλλοδαποί συνάδελφοι, αλλά υπο-αντιπροσωπεύονται και οι κατηγορίες εκείνες των ντόπιων αρχαιολόγων που δεν διατελούν ή διετέλεσαν πρωτοβάθμιοι καθηγητές στο πανεπιστήμιο ή έφοροι αρχαιοτήτων (δηλαδή προϊστάμενοι στις κατά τόπου υπηρεσίες του ΥΠ.ΠΟ.Τ). Η αγαθή τύχη, στην οποία κατ’ επανάληψη γίνεται επίκληση, αγαπά τους υψηλόβαθμους! «Προσωπικές φιλοδοξίες αρχαιολόγων και το «σταρ σύστεμ» που στην αρχαιολογία καλλιεργείται περισσότερο από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη αρχαιογνωστική επιστήμη» [Χανιώτης, Α. 2009. Πτυχές δικαίου στην έρευνα και η διαχείριση αρχαιολογικών καταλοίπων, Intellectum 6 (2009), 17-19 (σελ. 19)] συγκροτούν στερεότυπα και αγκυλώσεις που θα έπρεπε να είχαν ξεπεραστεί. Το πεδίο που συχνά-πυκνά αποκαλείται η «βαριά μας βιομηχανία» έχει προφανώς ανάγκη από ειδικούς στην πολιτισμική διαχείριση, στο δίκαιο των αρχαιοτήτων και στην πρόσληψη των μνημείων από το ευρύ κοινό.

Αυτές οι παρατηρήσεις δεν εξηγούν πλήρως το γιατί οι ανακαλύψεις του Βήματος δεν αναφέρονται στο βιβλίο του Πλάντζου. Μέρος της εξήγησης έγκειται και στη συχνή αντιμετώπιση των αρχαιολογικών ευρημάτων περίπου ως ιδιοκτησίας των αρχαιολόγων που τα ανακάλυψαν, οι οποίοι επιλέγουν ενίοτε να τα διατηρούν έγκλειστα στη σκοτεινή αποθήκη ενός μουσείου με τη διαδεδομένη – αλλά όχι πάντα πειστική – δικαιολογία της ένδειας πόρων. Από εκεί τα ευρήματα αποδρούν μόνο νοητά, για να ζήσουν τον μύθο τους, αλλά και να ενισχύσουν τον μύθο του ανασκαφέα τους, σε κάποια σύντομη ανακοίνωση που δίνει – συχνά κατ’ αποκλειστικότητα – το συγκεκριμένο άτομο, θεράπων μαζί και δεσμοφύλακας. Για να παραφράσω για δεύτερη φορά διάσημους στίχους, είναι και αυτό μία κάποια λύσις· αλλά προσωπικά προτιμώ τη λύση της πλήρους απόδοσης που προβάλλει ο Πλάντζος και χαίρομαι ιδιαίτερα που οι επερχόμενες γενιές αρχαιολόγων και μεγάλο μέρος των ενδιαφερομένων για το αντικείμενο θα παιδευθούν με την αντίληψη αυτή.»

Ο Δημήτρης Πλάντζος

Το παραπάνω κείμενο είναι, κατ’ εμέ, ένα από τα ελάχιστα καλογραμμένα κείμενα γνώμης που είχα την τύχη να διαβάσω τον τελευταίο καιρό. Προέρχεται από την παρουσίαση του νέου βιβλίου του Επίκουρου Καθηγητή Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Δημήτρη ΠλάντζουΕλληνική Τέχνη και Αρχαιολογία (1100-30 π.Χ.) για το τελευταίο τεύχος (27) του Athens Review of Books, και είναι γραμμένο από τον Αντώνη Κοτσώνα, μεταδιδακτορικό ερευνητή στο Πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ.

Ο Αντώνης Κοτσώνας

Αποφάσισα να ζητήσω το συγκεκριμένο κομμάτι για αναδημοσίευση όχι μόνο βέβαια επειδή είναι εξαιρετικά γραμμένο, αλλά και γιατί συμφωνώ απόλυτα με τις θέσεις που εκφράζει. Δεν έχω γνωρίσει το Δημήτρη Πλάντζο – ούτε και έχω διαβάσει ακόμη το βιβλίο του. Είχα, όμως, την τύχη να μοιραστώ με τον Αντώνη Κοτσώνα τις αγωνίες των πρώτων χρόνων ως υποψήφιοι διδάκτορες. Όπως συμβαίνει πάντα όταν γνωρίζεις το ξεκίνημα κάποιου, σχεδόν με συγκινεί η πορεία του και θαυμάζω αυτό το κείμενο με μία κρυφή, πλην όμως βαθιά καλοπροαίρετη, ζήλεια.

Αντώνη, ευχαριστώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s