Σιγανά και ταπεινά

Απόψε συγκινήθηκα.

Πρέπει να ήταν γύρω στο Νοέμβριο του 1997. Διένυα το δεύτερο μήνα μου σε μία πόλη στην οποία μέτραγα τις ώρες κι έμελλε να μείνω χρόνια. Φοιτήτρια ενός αντικειμένου το οποίο ούτε καλογνώριζα ούτε καλοπίστευα, δεκαεννιά ετών με έναν μεγάλο, τεράστιο έρωτα που με περίμενε πίσω στην Αθήνα.

Κάθε βράδυ έκλαιγα. Λίγη σημασία είχε πώς είχα περάσει τη μέρα μου: αν είχα ξοδέψει επτάωρο στη βιβλιοθήκη προσπαθώντας να κατανοήσω τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, αν είχα λιώσει τις σόλες μου στη Regent Street για να βρω το τέλειο λαστιχάκι για τα μαλλιά, αν δεν είχα κάνει τίποτα. Κάθε βράδυ έκλαιγα. Γι’ αυτόν, πάνω απ’ όλα. Ο έρωτας στα 19 είναι δύσκολο πράμα.

Είναι από τις λίγες φορές που θυμάμαι ακριβώς τι φορούσα, πού στεκόμουν, τι κρατούσα στα χέρια μου όταν το άκουσα. Φορούσα μία γκρι φόρμα κι ένα άσπρο φανελάκι. Και τις μπλε κάλτσες με τις κίτρινες ρίγες. Καθόμουν στο κρεβάτι, με την πλάτη στον τοίχο και με τα πόδια λυγισμένα. Στα γόνατα το Τρίτο Στεφάνι. Στα ακουστικά ένα από τα πολλά cd που είχα φέρει από την Αθήνα.

Το τραγούδι ήρθε απότομα και ξαφνικά, αρχικά άγνωστο. Λίγους στίχους αργότερα ήταν δικό μου – γραμμένο για μένα. Η φωνή θα μπορούσε να είναι της γιαγιάς μου, αλλά δεν ήταν. Θα μπορούσε να το είχε γράψει ο φίλος μου ο Γιάννης, αλλά όχι.

Έκλεισα το βιβλίο, κοίταζα έξω από το παράθυρό μου, βράδυ ήταν, οι γερανοί έσκυβαν πάνω από το βιομηχανικό νότιο Λονδίνο, ήμουν 19, ήμουν μακριά από όλους, ήμουν πολύ ερωτευμένη. Άκουσα το τραγούδι είκοσι, μπορεί εικοσιπέντε φορές.

Από τότε, κοντά δεκαπέντε χρόνια τώρα, όποτε το ακούω κλαίω. Όχι με λύπη. Με παράπονο. Και με συγκίνηση. Είναι η λέξη. Ξενιτιά. Είναι η φωνή που  θα μπορούσε να είναι της γιαγιάς μου, αλλά δεν είναι. Είναι κι εκείνος ο μεγάλος έρωτας. Ο μεγαλύτερος όλων.

Απόψε έμαθα ότι πέθανε η Δόμνα Σαμίου. Το έβαλα, την άκουσα, δεν τη χόρτασα. Συγκινήθηκα πολύ απόψε.

7 thoughts on “Σιγανά και ταπεινά

  1. Και μαζί σου συγκινηθήκαμε κι όλοι εμείς που για διάφορους λόγους έχουμε βρεθεί μακριά από αυτό που αποκαλούμε σπίτι μας..

  2. Και που έχουμε ζήσει τον αφόρητο έρωτα στα 19 και που έχουμε αναγνωρίσει τη φωνή της χαμένης αγκαλιάς της γιαγιάς στα τραγούδια της Δόμνας και που είχαμε την εμπειρία της άγουρης ελευθερίας στο πουθενά «εγώ μ΄εμένα τώρα, και τι κάνουμε;!». Και που έχουμε βάλει ξανά και ξανά την ίδια φωνή να παίζει δυνατά για να επιστρέψει η αγάπη και το κενό συντονισμού εκείνης της ώρας, απ την οποία πέρασαν χρόνια και ούτε μια στιγμή.

    Το κείμενο που μιλά για μένα σ’ εμένα, χωρίς να το έχω αρθρώσει ο ίδιος το λέω μεγάλο δώρο.

  3. Εγώ πάλι ήμουν πολύ πιο μικρή, 7-8 χρονών και άκουγα την Περπερούνα κάθε φορά που κοιμόμουν στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού. Άλλο ένα κομμάτι από εκείνο το σπίτι χάθηκε προχθές…

  4. Αχ αυτα τα 19 χρονια!!! . .καλο ταξιδι στην κυρια Δομνα που καποτε ετυχε να κοιμηθει στο πατρικο μου οταν ειμουν στο γυμνασιο κ ενω ερευνουσε την επαρχια με τα ηθη κ τα εθιμα της.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s