Roberto Bolaño, 2666 (ή τι δεν διαβάζουμε τελικά)

Είχα το 2666 στη βιβλιοθήκη μου για περίπου 2-3 χρόνια, πριν τολμήσω να το διαβάσω. Οι 900 περίπου σελίδες του με κοίταζαν απειλητικά. Το καλοκαίρι, μαζί με τα πράγματα που έφερα μαζί μου στο Λονδίνο, το κουβάλησα κι αυτό, με την ελπίδα να βρω επιτέλους το θάρρος.

Το βρήκα, εντέλει, και για ένα περίπου μήνα, το πηγαινόφερνα στη δουλειά, διαβάζοντας στο tube. Σχεδόν όλοι οι συνάδερφοι κοντοστάθηκαν να το περιεργαστούν πάνω στο γραφείο μου, και να με ρωτήσουν πως πάει. Όταν το τελείωσα, τους είπα ότι θα ήθελα να έχει ακόμα 900 σελίδες. Πρόσφατα βγήκε και στα ελληνικά και θαυμάζω τον μεταφραστή Κρίτωνα Ηλιόπουλο για το τιτάνιο έργο του (όπως βέβαια και την Natasha Wimmer, που έχει δώσει ένα αριστούργημα στα αγγλικά).

Το 2666 είναι μια μοναδική αναγνωστική εμπειρία, ακόμα και για κάποιον που δεν είναι εξοικειωμένος με το έργο του Μπολάνιο. Μια κατάδυση στα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής και φύσης, στο τέρας που μας αντιγυρίζει το βλέμμα από τον καθρέφτη. Τέσσερις ακαδημαϊκοί, φανατικοί θαυμαστές του μυστηριώδους συγγραφέα Μπένο φον Αρτσιμπόλντι, μετά από περιπλανήσεις ανά την Ευρώπη, όπου η προσωπική τους ζωή και το έργο τους διαπλέκονται, βρίσκονται στην πόλη της Σάντα Τερέζα, στο Μεξικό, αναζητώντας τα ίχνη της εμμονής τους. Κάποιος μπορεί να είδε εκεί τον Αρτσιμπόλντι – οι έρευνές τους αποβαίνουν άκαρπες ενώ η πόλη τους φέρνει στα όριά τους. Ένας ρεπόρτερ από τη Νέα Υόρκη φτάνει στην πόλη για να καλύψει έναν αγώνα μποξ, αλλά τελικά φτάνει να ενδιαφερθεί για τους φόνους, που αρχίζουν σιγά-σιγά να γίνονται θέμα: δεκάδες γυναίκες άγρια δολοφονημένες, χωρίς προφανή σχέση μεταξύ τους και χωρίς να διαφαίνεται κάποιο κίνητρο πίσω από τη δολοφονία τους. Ποιος το έκανε και γιατί; Γίνεται η πολυπόθητη σύλληψη, αλλά δεν αρκεί: πίσω από τα κάγκελα της φυλακής παίζεται ένα παιχνίδι που δημιουργεί μόνο ερωτήματα και καμία απάντηση. Στο τελευταίο μέρος, μαθαίνουμε επιτέλους όλα όσα δεν γνωρίζουν οι ακαδημαϊκοί για τον Αρτσιμπόλντι: η περιπετειώδης ζωή του, από την επαρχία της Γερμανίας μέχρι το μέτωπο του πολέμου στη Ρωσία, την ενασχόλησή του με τη γραφή.

Ο Μπολάνιο, γνωρίζοντας ότι πρόκειται για το τελευταίο του έργο, στηρίζει όλο το βιβλίο στην μεγάλη του αγάπη, το crime fiction. Έχοντας δηλώσει ότι αν μπορούσε, θα είχε γίνει ντετέκτιβ ανθρωποκτονιών, βασίζεται εδώ χαλαρά στη δομή μιας αστυνομικής ιστορίας με το περίφημο whodunit να διατρέχει όλο το μέρος για τα εγκλήματα. Σύντομα όμως καταλαβαίνει κανείς ότι δεν έχει σημασία. Η γραφή, η τέχνη, η σχέση της με το καθεστώς, τη βία, η ιστορία που επαναλαμβάνεται, ο ρόλος του συγγραφέα που είναι πάνω και πέρα από την ασχήμια, που στόχος του είναι να βρει την ομορφιά στα συντρίμμια ενός κόσμου που τρώει τις σάρκες του: αυτή είναι η αγωνία του Μπολάνιο, που θεωρούσε τον εαυτό του πρωτίστως ποιητή.

Το 2666 είναι γεμάτο παράλληλες ιστορίες, αφηγήσεις μέσα στις αφηγήσεις, πρόσωπα που αναζητούν αλλά που δεν βρίσκουν απαραίτητα: οι κριτικοί τον μυστηριώδη συγγραφέα, οι ντετέκτιβ τον δολοφόνο των γυναικών. Εν τέλει, μία αναζήτηση μετράει, αυτή της αλήθειας. Και ίσως είμαστε καταδικασμένοι να μην τη βρούμε ποτέ.

Η παρουσίαση του 2666 για αυτό το μπλογκ ανήκει στην Αρχοντή Κόρκα, μεταφράστρια και καλή φίλη, με την οποία πέρασα ένα ολόκληρο πρωινό στο Λονδίνο συζητώντας για το βιβλίο. Σου είμαι ευγνώμων, και το ξέρεις.

Advertisements

2 thoughts on “Roberto Bolaño, 2666 (ή τι δεν διαβάζουμε τελικά)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s