Καταραμένα πλάσματα

Το είχα κάνει πολύ διαφορετικά και με θυμό πριν από περίπου ένα χρόνο: σε μία σύντομη πτήση από το Βερολίνο στην Κοπεγχάγη είχα διαβάσει ένα απαράδεκτα κακό νεοελληνικό βιβλίο – λογοτεχνία μόνο κατ’ όνομα.

Φτάνοντας στην Κοπεγχάγη έγραψα αυτό το ποστ. Τότε δεν είχα κατονομάσει βιβλίο και συγγραφέα, γεγονός που ήταν εν μέρει ανέντιμο και το αναγνωρίζω. Είχε, όμως, και την πλάκα του: είχα πάρει ένα σωρό σχόλια σχετικά με την ταυτότητα του συγγραφέα, τουλάχιστον 6 διαφορετικά ονόματα, κάποια από τα οποία δεν γνώριζα καν. «Μιλάς για τον Τάδε, ε; Το κατάλαβα, απαράδεκτος» ή «Εννοείται αναφέρεσαι στο Δείνα. Χάλιας, μόνο εξυπνάδες στο Facebook ξέρει να γράφει». Αν αυτό δεν δείχνει ότι κάποιοι θεωρούν ότι, μέχρι ενός βαθμού, η νεοελληνική λογοτεχνική παραγωγή νοσεί, τότε δεν ξέρω τι δείχνει.

Έκτοτε εγκατέλειψα το σπορ της κακής κριτικής, ή της δημόσιας έκφρασης ενστάσεων για κάποια βιβλία. Σε αυτό το μπλογκ έγραφα πάντα για βιβλία που μου άρεσαν, που μου έκαναν θετική εντύπωση, που θαύμασα. Ξένων, μα και Ελλήνων συγγραφέων. Είναι προφανές ότι, σε αυτούς τους 15 περίπου μήνες που γράφω εδωμέσα, διάβασα και βιβλία που βαρέθηκα, που δε μου άρεσαν, που τα βρήκα κακά. Ή και κάκιστα.  Ξένων, μα και Ελλήνων συγγραφέων επίσης. Δεν έγραψα γι’ αυτά. Απλά τα έβαλα στο κόκκινο ράφι, το «κακό», και τα ξέχασα.

Μέχρι προχθές.

Εδώ και κάποιους μήνες είχα μία πρόσκληση από το Critique, ένα ηλεκτρονικό περιοδικό κριτικής για τις τέχνες και τα γράμματα – μου είχαν ζητήσει να γράψω κάτι για ένα βιβλίο, όποιο ήθελα εγώ. Η πρώτη μου ιδέα ήταν, βέβαια, να γράψω για ένα ελληνικό βιβλίο που μου άρεσε, να το προτείνω όσο πιο θερμά μπορώ. Τότε είχα διαβάσει το Σώμα με Σώμα του Ηλία Μαγκλίνη (εκδ. Πόλις), μου είχε αρέσει πολύ, ήρθε όμως το καλοκαίρι, μετά έσφιξε και η δουλειά και ξεχάστηκα. Δεν το έγραψα ποτέ.

Το Critique, όμως, δεν με ξέχασε, και μου ζήτησε και πάλι ένα κείμενο για την ιστοσελίδα τους. Αποφάσισα να γράψω κάτι για το βιβλίο που είχα μόλις αρχίσει, συμπτωματικά και πάλι από τις εκδόσεις Πόλις: το Θυμάμαι, της Βασιλικής Πέτσα.

Οι κριτικές που διάβαζα για το βιβλίο της Πέτσα ήταν κατά βάση θετικές. Μία εδώ, μία εδώ, άλλη μία εδώ. Ακόμη και στο ίδιο το Critique, η Ελεάννα Βλαστού είχε γράψει τα καλύτερα. Οι προϋποθέσεις ήταν οι καλύτερες.

Διάβασα τη σύντομη νουβέλα σε ένα απόγευμα, μετά το γραφείο. Κλείνοντας το βιβλίο ανέτρεξα και πάλι στις θετικές κριτικές. Και απόρησα εάν διαβάσαμε όλοι το ίδιο βιβλίο: είχα μείνει με ένα σωρό ενστάσεις και αντιρρήσεις, με απορίες για το θέμα και το σκοπό του, είχα εντοπίσει προβλήματα στην τεχνική. Στα χέρια μου δεν είχα ένα βιβλίο που θα συνιστούσα – κάθε άλλο.

Ψάχνοντας περισσότερο, βρήκα μία και μοναδική αρνητική κριτική. Αυτή. Και αποφάσισα να δώσω στο Critique μία δική μου άποψη για το βιβλίο, τις εντυπώσεις της δικής μου ανάγνωσης. Με δυσκόλεψε πολύ, αλλά έγραψα την αλήθεια. Σε κάθε φράση σταματούσα και ξανασκεφτόμουν τους επαίνους άλλων κριτικών. Και απορούσα και πάλι με εκείνους και με τον εαυτό μου.

Αυτή είναι, όμως, η χαρά της ανάγνωσης – φαίνεται ότι ποτέ δε διαβάζουμε όλοι το ίδιο κείμενο. Ακόμη κι αν κρατάμε όλοι στα χέρια το ίδιο βιβλίο.

Υ.Γ.: Το κείμενο μου στο Critique για το Θυμάμαι της Βασιλικής Πέτσα βρίσκεται εδώ. Λιθοβολήστε με.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s