«Δεν πειράζει, φοβόμουν ότι δεν είναι στο στυλ σου!»

Πρόκειται για μία από τις καλύτερές μου φίλες και το γνωρίζει πολύ καλά – είναι μία από εκείνες τις φιλίες που σε βρίσκουν σε μεγαλύτερη ηλικία, όταν ανοήτως πιστεύεις ότι οι νέες φιλίες είναι απλώς πενιχρά δείγματα μπροστά στο μεγαλείο των παλαιότερων. Γνωριστήκαμε τυχαία, αρχικά ήμασταν και οι δυο επιφυλακτικές, εκείνη μάλιστα μου εκμυστηρεύτηκε αργότερα ότι στην αρχή με θεωρούσε χαζούλα και ρηχή επειδή, λέει, γελούσα πολύ. Όλα, όμως, πήραν γρήγορα το δρόμο τους. Εδώ και πέντε πλέον χρόνια, η Βάσω κάθεται αναπαυτικά σε μία πολυθρόνα του μικρού προσωπικού μου πάνθεον, ανάμεσα στις σπουδαιότερες φιλίες που έκανα ποτέ.

Λίγες ημέρες πριν τα Χριστούγεννα συναντηθήκαμε στο κέντρο της Αθήνας. Μόλις με είδε άνοιξε την τσάντα της με χαρά και μου έδωσε το δώρο μου. Ένα βιβλίο. Ξετυλίγοντας το, έβλεπα στο πρόσωπό της την ανυπομονησία: ήταν ξεκάθαρα ένα βιβλίο που ήθελε να διαβάσω.

Το εξώφυλλο, όπως και ολόκληρη η έκδοση των Vintage με εντυπωσίασε. Το βιβλίο δεν το είχα ξανακούσει, ούτε και τη συγγραφέα: Sexing the Cherry της κυρίας Jeanette Winterson.

Πέρασαν περίπου δύο εβδομάδες μέχρι να ανοίξω το βιβλίο. Ανυπομονούσα πολύ: η Βάσω έχει σπουδάσει πολύ περί βρετανικής κουλτούρας, έχει διαβάσει ακόμη περισσότερο, και το βιβλίο φαινόταν πολλά υποσχόμενο: σταθμός στη μεταμοντέρνα αγγλική λογοτεχνία, θίγει ζητήματα φύλου, φέρει στοιχεία μαγικού ρεαλισμού και άπειρες διακειμενικές αναφορές, είναι, τελοσπάντων, σημαντικό. Η δε Jeanette Winterson, 50 ετών σήμερα, είναι διάσημη για τις φανταστικές της ιστορίες, για τις θεματικές της, οι οποίες περιστρέφονται γύρω από τη σεξουαλική ταυτότητα – είναι ομοφυλόφιλη και, βέβαια, δεν το κρύβει.

Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω, οπότε θα το γράψω απλά: ήδη από την πρώτη σελίδα κατάλαβα ότι το βιβλίο δε θα μου πήγαινε. Η ιστορία της γκροτέσκας Dog Woman και του ορφανού Jordan εναλλασσόταν με λυρικές περιγραφές του ποταμού Τάμεση στο 17ο αιώνα, με παράξενες παρεμβολές με μπανάνες και ανανάδες, ο συμβολισμός και η ποιητικότητα των οποίων μου διέφευγε εντελώς. Διάβασα 15 σελίδες, το έκλεισα και δεν άργησα να το αποφασίσω: θα το επέστρεφα στο βιβλιοπωλείο και θα έπαιρνα κάτι άλλο.

Δεν το συνηθίζω – να αλλάζω δώρα, να παρατάω βιβλία τόσο σύντομα, να τα κλείνω και να είμαι σίγουρη ότι δε θέλω να τα διαβάσω. Να αισθάνομαι ότι δε με συναρπάζουν, δε με αφορούν. Το παραδέχομαι: εάν είναι να διαβάσω μεταμοντέρνο μαγικό ρεαλισμό προτιμώ την Toni Morrison. Εάν είναι να διαβάσω σκοτεινή βρετανική νουβέλα προτιμώ τον Ian McEwan.

Ίσως μεγάλωσα και ξέρω καλύτερα τι θέλω. Ίσως κάποια βιβλία δεν είναι για μένα. Ίσως και να είμαι απλά, όντως, ρηχή. Δεν ξέρω. Αυτό που ξέρω είναι ότι όταν είπα στη Βάσω ότι άλλαξα το δώρο της, μου απάντησε απλά «Δεν πειράζει, φοβόμουν ότι δεν είναι στο στυλ σου! Πραγματικά δεν το’χω με τα δώρα».

Είναι μια σπουδαία φίλη.

2 thoughts on “«Δεν πειράζει, φοβόμουν ότι δεν είναι στο στυλ σου!»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s