«Ξέραμε πως θα πεθάνουμε μέσα σε τούτο το καλοκαίρι»

Στην Κάθοδο των Μυρίων, ο Αθηναίος ιστορικός, φιλόσοφος και μισθοφόρος Ξενοφών αφηγείται την επική πορεία 10.000 Ελλήνων μισθοφόρων από την αχανή Μικρά Ασία προς τη Μαύρη Θάλασσα αμέσως μετά την αδελφοκτόνο μάχη στα Κούναξα (401 π.Χ.) ανάμεσα στον Κύρο και τον Αρταξέρξη Β’ για την κυριαρχία της ακμάζουσας Περσικής Αυτοκρατορίας. Η περίφημη κραυγή «Θάλαττα! Θάλαττα!» στη θέα του Ευξείνου Πόντου από τα υψώματα του Όρους Θήχης σήμανε τη λυτρωτική και σωτήρια επιστροφή στην πατρίδα.

Στην Κάθοδο των Εννιά, ο Πελοποννήσιος συγγραφέας, σεναριογράφος και ακαδημαϊκός Θανάσης Βαλτινός αφηγείται την πορεία μιας ομάδας εννέα ανταρτών από τα άγρια βουνά της Πελοποννήσου προς τη δυτική ακτή αμέσως μετά το τέλος του Εμφυλίου Πολέμου, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1949. Περικυκλωμένοι από τον τακτικό στρατό, σε έναν κλοιό που σφίγγει εκτός κι εντός, οι εννέα άντρες οδεύουν προς τη θάλασσα σε μία μάταιη απόπειρα σωτηρίας.

Με αφήγηση πρωτοπρόσωπη, και με χρήση μίας καταπληκτικής οικονομίας εκφραστικών μέσων, ο Θανάσης Βαλτινός πλάθει μία εξιστόρηση που ελάχιστα διαφέρει από από ιστορική μαρτυρία. Όπως, μάλιστα, αναφέρει η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου (Ο Άλλος εν Διωγμώ – Η εικόνα του Εβραίου στη Λογοτεχνία, Ζητήματα Ιστορίας και Μυθοπλασίας, εκδ. Θεμέλιο), ο Βαλτινός παραδέχτηκε πως, πράγματι, πολλοί αναγνώστες αρχικά εξέλαβαν το βιβλίο ως ιστορική-αναφορική αφήγηση, και το διάβασαν ως πραγματική μαρτυρία.

Η Κάθοδος των Εννιά, όμως, είναι κάτι διαφορετικό. Ακολουθώντας μεθόδους πραγματολογικής περιγραφής αλλά και μέσω της επανάληψης, της αντιπαράθεσης και της προβολής συγκεκριμένων μοτίβων (δίψα, θάλασσα, θάνατος), ο Θανάσης Βαλτινός υφαίνει μία διαχρονική ελεγεία για την ήττα και την οπισθοχώρηση, μία σκληρή πολεμική αφήγηση για τη βία και τον παραλογισμό της ανθρώπινης φύσης. Με φράσεις απογυμνωμένες και σύντομες, ο συγγραφέας μετατρέπει το τοπίο της γνώριμής του Πελοποννήσου σε άνυδρο κι εχθρικό πεδίο κολάσεως, σε έναν τόπο αφιλόξενο δίχως καταφύγια.

Ο Θανάσης Βαλτινός έγραψε την Κάθοδο των Εννιά το 1959, στα 27 του χρόνια. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εποχές τέσσερα χρόνια αργότερα. Σήμερα κυκλοφορεί από της εκδόσεις Εστίας – μόλις 64 σελίδες.

Η αφήγηση της άσκοπης πορείας προς τη θάλασσα (ή το θάνατο) αποτελεί μαρτυρία για τον Εμφύλιο Πόλεμο ως σύχρονο ιστορικό γεγονός αλλά, κυρίως, μαρτυρία για την ανθρώπινη κατάσταση:

Έπεσε η ψάθα του αγωγιάτη, εκείνος δεν έσκυψε να την πάρει. Κοίταζε σα δαρμένο ζο. Τον κοίταζε κι ο Γιωργουλέας.

Ζύγωσε ο Νικήτας, πίσω του ο Μπρατίτσας και μεις. Τον βάλαμε στη μέση. Ο αγωγιάτης άπλωσε το χέρι του κι ακούμπησε τον τράχηλο του μουλαριού. Να πιαστεί από κάτι δικό του.

Υ.Γ.1: Η Κάθοδος των Εννιά μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από το σκηνοθέτη Χρήστο Σιοπαχά. Το 1984 τιμήθηκε με τρία βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (β’ ανδρικού ρόλου, μουσικής και πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη).

Υ.Γ.2: Συζητώντας για το βιβλίο με έναν καλό φίλο, έμαθα ότι το βιβλίο αποτέλεσε για χρόνια «Βίβλο» των Κομμουνιστών – σε κάποιες κηδείες, μάλιστα, σύντροφοι το πετούσαν στους τάφους τους αντί για λουλούδια.

2 thoughts on “«Ξέραμε πως θα πεθάνουμε μέσα σε τούτο το καλοκαίρι»

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s