“I wanted all of her and resented other boys for wanting any part of her”*

Μικρός, φοβόταν τις αράχνες. Τις αντρικές τουαλέτες. Τα μπούμερανγκ. Τους γονείς του. Δυσκολεύτηκε με τα γερμανικά, αν και ήταν πάντα άριστος μαθητής. Ντρεπόταν τα κορίτσια και τους δημοφιλείς συμμαθητές του. Μεγαλώνοντας ανακάλυψε το Φάουστ και τον Κάφκα. Αγάπησε τα πουλιά. Απέτυχε σε έναν κλειστοφοβικό γάμο. Και προσπάθησε να ξαναβρεί τον εαυτό του.

Όλα αυτά συνέβησαν προτού καν ο Τζόναθαν Φράνζεν διανοηθεί ότι θα ξημέρωνε η μέρα που όλη η Αμερική θα μιλούσε για τις Διορθώσεις, ένα βιβλίο που τον εκτόξευσε στο πάνθεον των σπουδαιότερων σύγχρονων Αμερικανών συγγραφέων. Το αυτοβιογραφικό The Discomfort Zone γράφτηκε, όμως, με πλήρη επίγνωση της επιτυχίας του, και κυκλοφόρησε το 2006, 5 χρόνια μετά τις πολυβραβευμένες Διορθώσεις και 4 χρόνια πριν την κυκλοφορία της Ελευθερίας. Εν τω μεταξύ, ο Φράνζεν είχε ήδη κυκλοφορήσει άλλη μία συλλογή δοκιμίων, το How to Be Alone.

Συμπέρασμα 1ον: Ο Τζόναθαν Φράνζεν δε γράφει ένα βιβλίο κάθε δέκα χρόνια, όπως πολλοί του καταλογίζουν. Από το 2001 μέχρι το 2010 έγραψε τέσσερα, δύο από τα οποία είναι μυθιστορήματα.

Το The Discomfort Zone αποτελείται από 6 αυτόνομα διηγήματα, κάθε ένα από τα οποία αναφέρεται σε μία διαφορετική περίοδο της ζωής του Φράνζεν, πάντα με μία συγκεκριμένη αφορμή: από τις φοβίες των παιδικών του χρόνων με αφορμή το θάνατο της μητέρας του («House for Sale»)- ένα κεφάλαιο-αναθεώρηση των οικογενειακών του δεσμών και της σχέσης με τους γονείς του, μέχρι το τελευταίο κεφάλαιο, αυτό που αναφέρεται στο επίπονο διαζύγιο παραλληλισμένο με μια νέα του αγάπη, αυτή για τα πουλιά («My Bird Problem»). Ενδιάμεσα, ο Φράνζεν ανατέμνει περίτεχνα τις σχέσεις με τους συμμαθητές αλλά και με τον πατέρα του μέσω μίας υπέροχης ανάλυσης της πρώτης μεγάλης λογοτεχνικής του αγάπης, αυτής για τα Peanuts του Charles Schultz: ταυτίζεται με τον Charlie Brown, θαυμάζει την ιδιοφυία του Schultz και επανερμηνεύει μερικά στριπάκια του στο καλύτερο, πιθανώς, κεφάλαιο του βιβλίου («Two Ponies»):

When Charlie Brown went off to summer camp, I went along in my imagination. I heard him trying to make conversation with the fellow camper who lay on his bunk and refused to say anything but «Shut up and leave me alone.» I watched when he finally came home again and shouted to Lucy, «I’m back! I’m back!» and Lucy gave him a bored look and said, «Have you been away?»

Γελοιογραφία για τον Φράνζεν με αφορμή το "Two Ponies", το οποίο, όταν πρωτοδημοσιεύτηκε από το The New Yorker θεωρήθηκε ξεδιάντροπα αυτοαναφορικό.

Το σπουδαίο «The Foreign Language» είναι το κεφάλαιο εκείνο στο οποίο ο Τζόναθαν Φράνζεν αφηγείται την πρώτη του επαφή με τη γερμανική γλώσσα, την οποία μετέπειτα σπούδασε. Αφηγείται, επίσης, κάτι ακόμη σημαντικότερο: την πρώτη φορά που μυήθηκε στη λογοτεχνία. Καθοδηγούμενος από έναν φωτισμένο δάσκαλο, διάβασε Φρόιντ, Ρίλκε και Τόμας Μαν. Και ανακάλυψε με δέος το μεγαλείο του γραπτού λόγου μέσα από τη Δίκη του Κάφκα:

I felt my blood pressure spike. I was offended by the mere mention of the possibility that K. was guilty. It made me feel frustrated, cheated, injured. I was outraged that a critic was allowed even to suggest a thing like that.

Και, κάπως έτσι, ο Τζόναθαν Φράνζεν κατάλαβε κάτι το οποίο αργότερα έκανε πράξη και με το παραπάνω: πως οι λογοτεχνικοί χαρακτήρες έχουν πολλές περισσότερες διαστάσεις από μία.

Ο Φράνζεν αγάπησε τη μητέρα του όταν εκείνη πλέον αργοπέθαινε από τις χημειοθεραπείες. Κατανόησε τους λόγους για τη δυσλειτουργία του γάμου του όταν εκείνος είχε πλέον λήξει. Βρήκε τη θέση του ανάμεσα στα δύο του αδέρφια όταν έπαψε να τους μιμείται ή να τους ανταγωνίζεται. Παραδέχτηκε τις εμμονές του όταν ήταν πλέον αργά για να τις αποτινάξει.

Ο Τζόναθαν Φράνζεν έγραψε το The Discomfort Zone («Η Ζώνη της Δυσφορίας» κατά το «Η Ζώνη του Λυκόφωτος») αμέσως μετά τις Διορθώσεις, ένα βιβλίο για το οποίο ερωτήθηκε πλειστάκις εάν ήταν αυτοβιογραφικό. Ποτέ δεν έδωσε σαφή απάντηση. Πάντοτε υπομειδιούσε υπεκφεύγοντας.

Συμπέρασμα 2ον: Διαβάζοντας το The Discomfort Zone, μπορεί κανείς να καταλάβει εάν και κατά πόσον οι Διορθώσεις είναι αυτοβιογραφικές. Επιτέλους.

* Ο τίτλος της ανάρτησης, μία φράση του Τζόναθαν Φράνζεν για την πρώτη κοπέλα που ερωτεύτηκε.

 

2 thoughts on ““I wanted all of her and resented other boys for wanting any part of her”*

  1. Νομίζω πως αν δεν είχα ανακαλύψει το blog σου, δε θα ανακάλυπτα – ή τουλάχιστον δε θα έμπαινα στη διαδικασία να διαβάσω Franzen. Και θα ήταν τόσο κρίμα! Ξεκίνησα με τις «Διορθώσεις» (είμαι κάπου στη μέση) και έχω κολλήσει για τα καλά. Θα ακολουθήσει σίγουρα και η «Ελευθερία». Τhanks λοιπόν!🙂

  2. Θα ηθελα, αν μπορεις, να μου προτεινεις εναν απο τους δυο αυτους συγγραφεις: franzen ή Τζοναθαν Κοου (Τι ωραιο πλιατσικο!, Η λεσχη των τιποτενιων κλπ.). Το πιθανοτερο ειναι να τα παραγγειλω απο το Amazon. Η συμβουλη σου μου ειναι πολυτιμη!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s