Άμστερνταμ Α’: Μα δε θυμήθηκα το χρώμα των ματιών σου ούτε τον ήχο της φωνής σου δε θυμήθηκα.

Καμιά φορά, εκεί που δεν το περιμένεις, ακούς τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα.

Βρίσκομαι στο Άμστερνταμ, σε μία συνάντηση εργασίας ειδικών ερευνητών των φωτογραφικών αρχείων του Ολοκαυτώματος. Τα θέματα των ομιλιών ποικίλλουν, από τις οπτικές αναπαραστάσεις του Ολοκαυτώματος στην Ουγγαρία έως την οργανωμένη οπτική μνήμη των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Εξηγούμαι: εγώ δεν είμαι ειδική στο θέμα, δε συμμετέχω με ομιλία. Βρίσκομαι εδώ για έναν τελείως διαφορετικό λόγο, πολύ πεζότερο και μακράν λιγότερο εντυπωσιακό.

Ως είθισται, η συνάντηση ξεκίνησε με μία μακρά εισαγωγική ομιλία, το λεγόμενο keynote speech, το οποίο, επίσης ως είθισται, έδωσε ένας ιδιαιτέρως καταξιωμένος πανεπιστημιακός. Ο 42χρονος Γερμανός καθηγητής Habbo Knoch είναι ειδικός στις σχέσεις εικόνας και πραγματικότητας σε ό,τι αφορά στην οπτική αποτύπωση του Ολοκαυτώματος, και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Georg-August, στο Goettingen της Γερμανίας.

Περίμενα πως θα άκουγα μία εξαιρετικά ειδική και ενδελεχή πραγματεία σχετικά με τις φωτογραφίες του Ολοκαυτώματος, ενώ μπροστά μου θα παρήλαυνε πλήθος φωτογραφιών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έκανα λάθος. Επί 40 περίπου λεπτά ο Knoch εξέταζε κι ανέπτυσσε – με πραγματικά απλό πλην όμως καταπληκτικό τρόπο – τις σχέσεις φωτογραφίας, μνήμης και τραύματος. Μας είπε ότι άλλοι λένε ότι οι φωτογραφίες δεν έχουν σχέση με τη μνήμη: η μνήμη είναι, λένε κάποιοι, μεμονωμένη, προσωπική και δεν παράγεται ούτε καλλιεργείται. Από την άλλη, υπάρχει η ψυχολογική αιτίαση του τραύματος: το να είσαι τραυματισμένος σημαίνει ότι διακατέχεσαι διαρκώς από μία εικόνα.

Με αναφορές στο Ρολάν Μπαρτ και στην ιδέα του ότι η φωτογραφία είναι έμβλημα της θνησιμότητας, στο ότι οι εικόνες είναι φορείς μνήμης, ενώ, παράλληλα, την παγιδεύουν και δεν επιτρέπουν τη λησμονιά και τη λύτρωση, με αναφορές από τη σπουδαία Marianne Hirsch (το βιβλίο της «Family Frames: Photography, Narrative, and Postmemory» με είχε εντυπωσιάσει κάποτε) μέχρι τον W.G. Sebald, ο Knoch κατέληξε στο ότι η αλήθεια των πραγμάτων βρίσκεται στην οπτικότητα της λεπτομέρειας.

Εντυπωσιάστηκα. Ο Knoch μίλησε ειδικά μεν, αλλά χωρίς καμία αναφορά στο Ολοκαύτωμα. Το μυαλό μου άρχισε να τρέχει. Σκέφτηκα το βιβλίο που διάβαζα στην πτήση προς το Άμστερνταμ. Στο πρώτο κεφάλαιο του αυτοβιογραφικού The Discomfort Zone, ο Jonathan Franzen επιστρέφει στο πατρικό του μετά το θάνατο της μητέρας του. Το πρώτο πράγμα που κάνει (το οποίο έχει προαποφασίσει πριν καν φτάσει στο σπίτι των γονιών του) είναι να μαζέψει όλα τα κάδρα με τις οικογενειακές φωτογραφίες. «Δεν ήταν ότι δεν ήθελα να βλέπω τα πρόσωπά μας», λέει. «Ήταν ότι ήθελα να γίνει το σπίτι τελείως απρόσωπο. Να γίνει σαν καινούργιο».

Σκέφτηκα, επίσης, και κάτι ακόμα. Μου συμβαίνει συχνά να ξεχνάω τα πρόσωπα των ανθρώπων. Ποτέ, όμως, δεν ξεχνάω τις φωτογραφίες τους. Όταν θέλω να θυμηθώ τα πρόσωπά τους, ανακαλώ μία φωτογραφία – η φωτογραφία γίνεται όχημα για να κινητοποιηθεί η αδρανής μου μνήμη. Σκέφτηκα πόσες φορές έχω κλείσει φωτογραφίες στο μυστικό μου κουτί στο βάθος της ντουλάπας. Λες κι άμα δεν τις βλέπω δε θυμάμαι. Και πόσες άλλες φορές έπεσα τυχαία πάνω σε μία ξεχασμένη φωτογραφία: μαχαιριά στην καρδιά.

Ο Knoch είχε δίκιο: η αλήθεια, η αλήθεια της προσωπικής μνήμης (όχι απαραίτητα η απρόσωπη ιστορική αλήθεια) βρίσκεται στην οπτικότητα της λεπτομέρειας. Στη οπτικοποίηση ενός βλέμματος, ενός χαμόγελου, ενός παιδιού που πέφτει νεκρό από μία σφαίρα.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s