Θεσσαλονίκη Γ’: Father, why are all the children weeping?*

Ακολουθεί μία πολύ παράξενη ιστορία.

Ήταν μια χαλαρή γνωριμία, μέσω φίλων, στη Θεσσαλονίκη: Ο Νίκος είναι αρχιτέκτονας, ζούσε για χρόνια στην Αθήνα, και κάποια στιγμή αποφάσισε να επιστρέψει στην πόλη του. Η απόφασή του ήταν, είπε, δύσκολη: μετά από έξι χρόνια στην Αθήνα η μισή του ζωή ήταν εκεί.

Ως εκεί τον άκουγα με χλιαρό ενδιαφέρον. Μάζεψε, είπε, τα πράγματά του, έξι χρόνια σε χαρτόκουτα, έκλεισε το σπίτι και χαιρέτησε τους φίλους του. Έφτασε στη Θεσσαλονίκη και περίμενε τις κούτες του. Είχε μέσα τη μουσική του, τα ρούχα του, οικιακές συσκευές, τα βιβλία του. Τα πάντα του. Μόνο που οι κούτες με τη μισή ζωή του Νίκου δεν έφτασαν ποτέ στη Θεσσαλονίκη. Από αυτό το σημείο κι έπειτα η ιστορία αυτή έγινε από εκείνες που ξέρω ότι δε θα ξεχάσω ποτέ.

Λίγο έξω από τη Λάρισα το φορτηγό της μεταφορικής εταιρείας προσέκρουσε στο κιγκλίδωμα της Εθνικής Οδού. Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, τα πράγματα του Νίκου καταστράφηκαν ολοσχερώς. Ο οδηγός του φορτηγού σκοτώθηκε ακαριαία.

«Όταν με πήραν από τη μεταφορική δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Ταραχή, θυμός, παράπονο. Από τη μία ένας άνθρωπος χάθηκε. Από την άλλη έχασα όλα μου τα πράγματα. Όλα. Επέζησαν μερικά βιβλία και μία καφετιέρα, το πιστεύεις; Μία καφετιέρα!». Τον άκουγα με αμηχανία. «Με έπιασε κάτι υπαρξιακό: Δεν ήταν μόνο το ότι στενοχωρήθηκα που έχασα όλο μου το σπίτι, όλα τα υπάρχοντα, εκατοντάδες βιβλία – Αγιάτη, αυτά τα βιβλία τα μάζευα χρόνια! Χάθηκαν όλα, μου φέρανε πίσω δύο κουτιά, κάποια βιβλία είχαν αίμα επάνω, άλλα μύριζαν, και τα πιο τυχερά ήταν τσακισμένα. Δε διαβάζονται. Δεν μπορείς καν να τα βάλεις σε μία βιβλιοθήκη. Τα έχω στο πάτωμα, σε στοίβες. Και δεν μπορώ, δε γίνεται να θυμώσω, γιατί ένας άνθρωπος πέθανε. Ένας άνθρωπος που δε γνώρισα ποτέ». Έχει δίκιο. Πώς να θυμώσεις; Σε ποιον;

Του ζήτησα να μου τα δείξει. Την επόμενη μέρα τον συνάντησα στο γραφείο του, κάπου στο κέντρο της Θεσσαλονίκης. Τα βιβλία ήταν πράγματι σε προσεγμένες στοίβες στο πάτωμα, μπροστά στην είσοδο. Τα είδα μόλις μου άνοιξε την πόρτα. Καραβοτσακισμένα. Μου θύμισαν πληγωμένα ζώα. Αβοήθητα.

Οι ράχες τους - σαν μεγάλα πικραμένα χαμόγελα.

Στο μυαλό μου, τα κατεστραμμένα βιβλία ήταν πάντα τελείως διαφορετικά. Σκισμένα. Καμένα. Λερωμένα. Τα βιβλία του Νίκου δεν ήταν τίποτα απ’ όλα αυτά. Με σπασμένες ράχες, πολλά από αυτά ανοιγμένα, σκονισμένα, ήταν ένα θέαμα πολύ θλιβερό.

Του ζήτησα να τα φωτογραφίσω και να γράψω κάτι γι’ αυτά. Δέχτηκε με δισταγμό. Νομίζω πως κατά βάθος ήθελε να μιλήσει γι’ αυτά. Για την ιστορία των λίγων βιβλίων που κατάφεραν να γυρίσουν σπίτι τους, και να κουρνιάσουν στην εξώπορτα. Να ξεκουραστούν.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα στάθηκα μπροστά στη βιβλιοθήκη μου. Χάζεψα τα δικά μου βιβλία. Μου φάνηκαν λαμπερά, σχεδόν χαμογελαστά.

Σκέφτομαι πολύ τα βιβλία του Νίκου. Και σκέφτομαι και τον ίδιο. Που δεν τα πετάει. Δεν πετάει ούτε αυτά που αντικατέστησε. Τα φροντίζει, ενίοτε τα ξεσκονίζει. Τα κρατάει σε μία γωνία στο πάτωμά του, μπροστά στην εξώπορτα, σε ομοιόμορφες στοίβες, σα ζώα πληγωμένα, πιστοί σύντροφοι χρόνων.

*Ο τίτλος της ανάρτησης προέρχεται από αυτό το τραγούδι. Ο Νίκος μου είπε πως του αρέσει:

One thought on “Θεσσαλονίκη Γ’: Father, why are all the children weeping?*

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s