«An English gentleman never shines his shoes, but then nor does a lazy bastard.»

Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που είναι τόσο χαρισματικοί, ώστε ό,τι κι αν αποφασίσουν να γράψουν, με όποιο θέμα κι αν καταπιαστούν, το κάνουν θαυμάσια: Έχουν άποψη, έχουν ποικίλες αναφορές, και, βασικά, έχουν στυλ. Ευτυχώς δεν είναι πολλοί. Ο Will Self ανήκει σ’ αυτή τη μειοψηφία.

Ο Άγγλος Will Self είναι ένας πολύ παράξενος τύπος: 50 ετών σήμερα, πέρασε μία ταραχώδη εφηβεία στο Λονδίνο κατά την οποία δοκίμασε ό,τι ναρκωτικό έπεσε στα χέρια του, αυτοτραυματιζόταν συστηματικά με φωτιά και μαχαίρια, για να καταλήξει να σπουδάσει Φιλοσοφία στο διόλου ευκαταφρόνητο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, και τελικά να γίνει ένας από τους κορυφαίους αρθρογράφους της Μεγάλης Βρετανίας, με στήλες όπως το Madness of Crowds και το Real Meals στο New Statesman αλλά και συχνές πλην όμως απολαυστικές – και διαφωτιστικές – εμφανίσεις στην Guardian.

Εξηγώ: Το Madness of Crowds είναι μία από τις αγαπημένες μου στήλες ever – δεν είναι μόνο τα θέματα που διαλέγει, είναι ότι ο Will Self έχει έναν ασύγκριτο τρόπο να γράφει για πάσης φύσως τρέχοντα θέματα και κοινωνικά φαινόμενα, έναν τρόπο ποπ αλλά και τόσο ευθύ, τόσο πολύ απολαυστικό. Το Real Meals, από την άλλη, είναι η εκδίκηση του φαγάδικου της γειτονιάς: ο Self σνομπάρει επιδεικτικά την υψηλή μαγειρική τέχνη, κι επιλέγει να επισκεφτεί και να σχολιάσει (πάντα ποπ, πάντα σα να σου κλείνει πονηρά το μάτι) τα πιο απλά, καθημερινά μέρη.

Το μεγάλο ταλέντο του κυρίου Will Self, όμως, βρίσκεται στη βιβλιοπαρουσίαση. Κανείς, μα κανείς, Έλληνας ή ξένος, δεν κάνει βιβλιοπαρουσιάσεις όπως αυτός. Κανένας δε στέκεται απέναντι στα βιβλία με τόσο θετική αμφιβολία, κανείς δεν έχει τόσο προσωπικό στυλ, κανείς δεν βρίσκει με τόση ευαισθησία και τόσο καθαρή γραφή τις διακειμενικές τους αναφορές, κανείς δεν το κάνει τόσο καλά όσο ο Will Self στην Guardian.

Σε αυτό, βέβαια, τον βοηθάει και το πλούσιο και πολυποίκιλο συγγραφικό του έργο: μυθιστορήματα, διηγήματα, πρόλογοι, αφιερώματα. Και, όπως λένε και οι Άγγλοι, ο Self είναι σε όλα a pleasure to read.

Έχουν περάσει ήδη δύο χρόνια από τότε που διάβασα το Dorian, την παραλλαγή / σπουδή του Self στο Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέυ του Όσκαρ Ουάιλντ. Στο underground Λονδίνο των αρχών της δεκαετίας του 1980, εκεί όπου τα ναρκωτικά και η τέχνη πάνε χέρι-χέρι, εκεί που νέοι, ωραίοι, φιλόδοξοι και φιλήδονοι καλλιτέχνες ανακαλύπτουν νέες πρωτοποριακές μεθόδους όπως το installation art και μεθούν με αλκοόλ και σεξ, εκεί, σε αυτή την ζαλιστική παρακμή, υφαίνεται και πάλι, ακόμη πιο ακραία, ο μύθος του Dorian.

Ο Will Self,  ο οποίος, το 1997, σε μία αποστολή του Observer για την κάλυψη της προεκλογικής εκστρατείας του John Major έκανε χρήση ηρωίνης στο προεδρικό jet και, φυσικά, απολύθηκε, δε διστάζει να γράψει με τρόπο ολοκληρωτικά σοκαριστικό. Όπως έχει παραδεχτεί, αυτό είναι που του αρέσει περισσότερο: να σοκάρει με τη γραφή του. Το δεύτερο πράγμα που του αρέσει περισσότερο είναι το περπάτημα: όπως έγραψε το 2007 στην Independent, έχει περπατήσει από το σπίτι του στο Stockwell του Νοτίου Λονδίνου μέχρι το αεροδρόμιο του Heathrow (42 χλμ), και από το αεροδρόμιο JFK της Νέας Υόρκης όπου και προσγειώθηκε, ως το ξενοδοχείο Crowne Plaza του Μανχάτταν (32 χλμ).

Ο κύριος Will Self είναι ένας εντυπωσιακός, αν μη τι άλλο, τύπος. Vastly so.

Υ.Γ.: Το Dorian ήταν το πρώτο από μία σειρά βιβλίων που μου χάρισε ή μου πρότεινε ένας πολύ ιδιαίτερος φίλος. Η αφιέρωση στην πρώτη σελίδα του βιβλίου ήταν μία υπόσχεση:

Την κράτησε. Thank you, as ever.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s