Όλα στραβά γινήκανε και όλα είν’ ωραία

Είναι ότι κανείς δεν έχει τόση ντροπαλή αυτοπεποίθηση όσο εκείνος. Ότι κανείς δε στέκεται στη σκηνή με τα χέρια σταυρωμένα λες και βρίσκεται τυχαία εκεί πάνω. Ότι κανείς δε φαίνεται να καμαρώνει τόσο τους μουσικούς του όσο εκείνος. Είναι και η φωνή του, η ανεπιτήδευτη, η ακατέργαστη, η οικεία. Και βέβαια, είναι ότι κανείς δε χαμογελάει τόσο ωραία στο τελικό ξέσπασμα του Πεχλιβάνη.

Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου θα μπορούσε να είναι ποιητής. Από τη Λάρισα, γράφει και τραγουδάει για την ελληνική επαρχία όπως κανείς άλλος. Δε γράφει για τη θάλασσα («Ο τόπος που μεγάλωσα κρυφό παράπονο έχει: που η θάλασσα δε δέχτηκε το χώμα του να βρέχει»), σπάνια τον απασχολεί ο έρωτας (με μικρές εξαιρέσεις: «Μιλώ με του ουρανού τα μαύρα σύννεφα, και τους μιλώ για σένα: πως όταν περπατάς, γλυκά όπου πατάς η στέρφα γη ανθίζει»).

Οι στίχοι του Θανάση Παπακωνσταντίνου είναι χθόνιοι, σχεδόν καταραμένοι («Αγρύπνια, της κόλασης κήτος, είναι το φιλί σου φωτιά. Αφήνει μια γεύση από σίδερο, που ‘χουν ξηλώσει από καράβια παλιά» – στίχοι βασισμένοι στο ποίημα Insomnie του Γάλλου ποιητή του 19ου αι. Tristan Corbière). Ο ίδιος διαρκώς λέει πως τον απασχολεί πολύ το θέμα του θανάτου («Στον Ιορδάνη ήμουνα -ή μήπως στο Ασμάκι;- κι έγραψα με τ’ αριστερό -άδεια ζωή- ήρεμα και μ’ αγάπη: «Αχ, να ‘μουνα καλύτερος, αχ, να μην ήμουν ψεύτης και το μεγάλο κάλεσμα να μη φοβούμουνα»»), αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι κι ο καημός της μετανάστευσης – εκτός από το πασίγνωστο Στην Αμερική, υπάρχει και αυτό: «Μένα μου το -όπως τα λέω- μένα μου το ‘πε ο Πηνειός το μυστικό ο φλύαρος. Πως ήταν ά -όπως τα λέω- πως ήταν άνθρωπος παλιά, κι είχε παιδιά στην ξενιτιά». Είναι και τα άστρα, που τον εμπνέουν διαρκώς: Η Ανδρομέδα, ο Αποσπερίτης, το Άστρο του Πρωινού – ο Παπακωνσταντίνου αναφέρεται στο Βέγα, στον Αλτάιρ, στο Ντενέμπ, στη Βερενίκη, στην Πούλια και στα πάλσαρ.

Η γλώσσα του είναι ανεπιτήδευτα πρωτόγνωρη. Κανείς εκτός από τον Παπακωνσταντίνου δεν έγραψε στίχους με τη λέξη «ερυθρελάτη«, τη λέξη «κιρκαδιανός», τα «κιούγκια«, και, φυσικά, κανένας άλλος δεν έγραψε ολόκληρο τραγούδι στη μαστόρικη διάλεκτο, τα κοδαρίτικα, όπως το Ματσιφτάρι.

Η μουσική του είναι αυθεντικά βαλκανική. Με πνευστά, με πολλά κρουστά, συχνά πανηγυριώτικη. Και για σένα, που μου είπες πως αυτά «δε σου ταιριάζουν», ο Παπακωνσταντίνου έγραψε και αυτό: Το Σ’αφήνω, γεια είναι τζαζ. Άκου, όμως, και τα ιδιαίτερα πνευστά στο San Michele. Ή τον μεγαλειώδη Διάφανο, τον οποίο εμπνεύστηκε από το ποίημα «Poema para ser leído y cantado» («Ποίημα για να διαβαστεί και να τραγουδηθεί») του Περουβιανού César Vallejo.

Προσωπικό μου αγαπημένο είναι ένα τραγούδι ξεσηκωτικό και θανατερό μαζί. Η Ανδρομέδα είναι από αυτά τα κομμάτια που δε θα ξεχάσω ποτέ πότε τα πρωτοάκουσα, πώς ένοιωσα τότε και πόσο με κυνηγάει. Κάποτε σκέφτηκα πως ίσως με στοιχειώνει κιόλας. Σε μία εμφάνιση του Παπακωνσταντίνου στο Μεταξοχώρι Αγιάς τον πλησίασα. «Είναι το αγαπημένο μου. Θέλω κάποτε να το ακούσω στο γάμο μου», του είπα. Χαμογέλασε και απάντησε «Την Ανδρομέδα, ε; Παράξενο μου φαίνεται».

Υ.Γ.1: Τα παιδιά της Κοιλάδας των Τεμπών έχουν φτιάξει ένα σχεδόν συγκινητικό site για το Θανάση Παπακωνσταντίνου. Εξαιρετικό.

Υ.Γ.2: Εγώ άργησα πολύ να μάθω τον Παπακωνσταντίνου. Τα χρωστάω όλα στον Κωστή που πρωτοπήρε σε γραμμένη κασέτα το Στην Ανδρομέδα και στη Γη, το 1995, από έναν πλανόδιο έξω από τη Νομική Θεσσαλονίκης.

 

 

9 thoughts on “Όλα στραβά γινήκανε και όλα είν’ ωραία

  1. Έξοχο το κείμενο!
    Ο Θανάσης είναι ένας λαικός ποιητής. Κρύβει μέσα του και το λαό, με την ευρύτερή του έννοια, αλλά και το διανοούμενο.
    Σκαρώνει στιχάκια παίζοντας με τη φύση, φιλοσοφώντας στα νερά του Πηνειού, φορώντας τα κουρέλια του μάντη Τειρεσία, ταξιδεύει στην Ανδρομέδα και μας τραγουδά σα θλιμμένο πάλσαρ!
    Ο στίχος του είναι το δυνατό του σημείο, αλλά η μουσική του είναι ακόμη ομορφότερη. Ή μήπως ο στίχος; Δεν ξέρω, δεν μπορώ να αποφασίσω!
    Το συγκινητικό τρέκλισμα της φωνής του όταν ξεκινα να τραγουδά «κάτω απ το μαξιλάρι» σε βυθίζει στη φαντασία του, στο όνειρό του και πέφτεις μαζί του στο πηγάδι πλάι στο Μαχαραγιά!
    Και όταν η φωνή του τρεκλίζει στην άκαρπη Μελούνα, τα γεφύρια χορταριάζουν και το δέρμα ανατριχιάζει καθώς ο Ζέφυρος φυσά…
    Είναι ένας βραχνός προφήτης που μας στέλνει μια βόλτα με το βαρκάρη του Αχέροντα που χει μολύβι στην καρδιά και έχει κι αυτός ο κακόμοιρος κουπιά σε μαύρα χάλια που μόλις πέσουν στο νερό λιώνουν σαν παξιμάδια!
    Είναι και αυτοκριτικός. Το πτυελοδοχείο του Μπακούνιν του θυμίζει ότι οι νέες εποχές τον κάνουνε να μοιάζει με κρετίνο…
    Γιατί τυφλός είναι κι εκείνος που κάνει ότι δεν ξέρει!
    Τυφλός και φυλακισμένος!
    Μα όσες κι αν χτίζουν φυλακές, κι αν ο κλοιός στενέυει… ο νους μα είναι αληταριό που όλο θα δραπετεύει!
    Κι όλα αυτά μέχρι να βγει το άστρο του πρωινού που για χάρη του αγρυπνούμε και τούτη η μέρα να μας βρει μ αυτούς που αγαπούμε!
    Τι μαγικές εικόνες γεννούν τα τραγούδια του!
    Οι μύστες του Θανάση γινόμαστε για λίγο ποιητές και κοινωνούμε τη δίψα για ζωή, που αναβλύζουν και τα τραγούδια του θανάτου που γράφει.
    Άντε ρίχνουν χώμα, με λουλούδια ραίνουν, άντε και θαρρούν πως ξεμπερδεύουν!
    Σαν θα γεμίζει με κρασί μπορεί να ξαναζήσω…
    Δε ζητά παρηγοριάστην άλλη ζωή, ούτε συγχώρεση.
    Έτσι κι αλλιώς άπιστος που προσεύχεται, παρηγοριά δεν έχει!
    Γι αυτό ψάχνει το Μάσσιμο Τροίζι να του πει πως μέσα σε μια νύχτα αλλάζει η ζωή…
    Ο Θανάσης δεν είναι μουσικός, ο Θανάσης είναι φίλος, παρέα μας κι ας μην έχουμε ανταλλάξει ούτε καλησπέρα κατ’ ιδίαν. Αλλά τι σημασία έχει; Έχουμε συζητήσει πολλά σημαντικότερα μέσα απ τα τραγούδια του…
    Τον ρωτάω και μου απαντά.
    Με ρωτάει και του απαντώ!

    Κι όταν τελειώνει ο δίσκος αναρωτιέμαι ακόμη περισσότερο: Αφού στην ξενιτιά δεν πήγα, ούτε αρρώστησα… γιατί το κλαρίνο με τρυπά;

    Δεν ξέρω.
    Φυσάω μόνο στον αέρα για να ρθει μια ώρα αρχύτερα ο αέρας ο Πεχλιβάνης να τα πάρει όλα και να σηκώσει και να ξεχαστούν σαν το περσινό το χιόνι…

  2. Νομίζω πως τα τελευταία χρόνια από τους κάποτε αγαπημένους μου τραγουδοποιούς είναι ο μόνος που δεν ξέπεσε στα μάτια μου, που δεν βαρυγκόμησα να αγοράσω καινούργιο δίσκο του, που δεν βαρέθηκα να τον βλέπω «ζωντανά». Και ναι μου βγάζει κι εμένα μια οικειότητα σχεδόν ερωτική που διαφαίνεται στο υπέροχο κείμενό σου.

  3. ε να…..μόλις άφησα το πρώτο μου σχόλιο στο μπλογκ για την Tony Morrison και τώρα διαβάζω αυτά για το Θανάση και είναι να μην ταυτίζομαι μετά;;; κι εγώ άκουσα πραγματικά για πρώτη φορά το Θανάση μέσα απ΄την Ανδρομέδα και θυμάμαι ακριβώς πώς και πότε και το τι μ’έκανε να νοιώσω! και πράγματι είναι μάλλον ο μόνος που δε μ’απογοητεύει ποτέ! ταπεινός κι υπέροχος πάντα. μπράβο και γι’αυτό σου το ποστ!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s