Τα τζιτζίκια στην Ισθμία

Πρόσφατα ξαναπήγα στην Ισθμία, το μικρό οικισμό – δεν είναι καν χωριό – στις όχθες του Σαρωνικού, εκεί που εκβάλλει η διώρυγα της Κορίνθου.

Εδώ και χρόνια όποτε με ρωτάνε από πού είμαι λέω από την Ισθμία. Είναι ένα αισχρό ψέμα. Δε γεννήθηκα εκεί, δεν έχω καν καταγωγή από την Κορινθία. Λέω ψέματα γιατί, αφ’ ενός μου αρέσει πολύ η λέξη. Ισθμία. Όχι Ίσθμια. Μου φέρνει στο νου θάλασσα, και ένα λευκό ιερό του Ποσειδώνα. Αφ’ ετέρου εκεί έζησα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, εκεί έμαθα να διαβάζω, να γράφω, εκεί έμαθα ποδήλατο και κολύμπι. Όταν, στην τρίτη δημοτικού πλέον, μετακομίσαμε στην Αθήνα, η Ισθμία και το Λουτράκι έγιναν συνώνυμα του καλοκαιριού. Για χειμώνες ολόκληρους ονειρευόμουν να κλείσει το σχολείο για να πάω εκεί. Εκεί γνώρισα την πιο καλή μου φίλη – σε κάτι σκαλάκια ένα μεσημέρι, εκεί γνώρισα τον πιο μεγάλο μου έρωτα – σε ένα κόκκινο παγκάκι ένα απόγευμα. Όλα εκεί.

Αργότερα, μεγαλύτερη πια, για χρόνια έπαιρνα το ΚΤΕΛ από τον Κηφισό. Έπρεπε να κατεβαίνω συχνά, ακόμα και χειμώνα. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που διάλεξα να κάνω διδακτορικό για την αρχαία Κορινθία: να αναγκάζομαι να πηγαίνω εκεί. Μόλις το λεωφορείο έφτανε στην Κινέτα, λίγο μετά την Κακιά Σκάλα, έκλεινα πάντα το βιβλίο μου και κοίταζα τη θάλασσα. Πάντα, εκεί λίγο μετά την Κακιά Σκάλα, θα νοιώθω ότι φτάνω στο σπίτι μου.

Το νηπιαγωγείο της Ισθμίας, το πρώτο μου σχολείο: Προνήπιο, 1982

Τις προάλλες, λοιπόν, ξαναπήγα στην Ισθμία. Ένα βράδυ, επιστρέφοντας από την Κόρινθο, κοιτούσα τη βιβλιοθήκη του οικισμού, ένα άσπρο παραλληλόγραμμο κτίριο με μπλε σκεπή και γαλάζια ξύλινα παράθυρα.

Κάποτε, όταν ήμουνα μικρούλα, η βιβλιοθήκη λειτουργούσε κανονικά. Ανήκε στην Ανώνυμη Εταιρεία Διώρυγος Κορίνθου, και βρισκόταν λίγα μέτρα από το σπίτι μας. Πήγαινα εκεί καθημερινά μετά το μεσημεριανό, γιατί δεν ήθελα ποτέ να πέσω για ύπνο («με ενοχλούν τα τζιτζίκια!»). Στην αρχή θυμάμαι η μαμά μου επέμενε, μέχρι που είδε κι αποείδε και με άφησε. Από τότε δεν ξανακοιμήθηκα μεσημέρι.

Η βιβλιοθηκάριος λεγόταν κυρία Φιλιώ, ήταν ξανθιά και μου διάλεγε τα βιβλία. Εκείνη μου έδωσε για πρώτη φορά Ευγένιο Τριβιζά (ακόμα θυμάμαι πόσο αστεία μου είχε φανεί η λέξη Αβγατηγανιστάν, αλλά δε μου άρεσε καθόλου η Φουρφουρεμβέργη), εκεί διάβασα τα άπαντα της Άστριντ Λίντγκρεν (Ο Αρχιντετέκτιβ Μπλομκβιστ μου άρεσε περισσότερο από την Πίπη τη Φακιδομύτη). Η κυρία Φιλιώ μου έδωσε να διαβάσω το «Αυγουστιάτικο Φεγγάρι» της Βούλας Μάστορη που ήταν το πρώτο βιβλίο που με έκανε να κλάψω. Ήμουν 7 χρονών.

Κάθε μεσημέρι, μετά το μπάνιο («να φύγουν τα αλάτια») και το φαγητό, έτρεχα στην κυρία Φιλιώ. Όχι στη βιβλιοθήκη, στην κυρία Φιλιώ. Ήμουν το μόνο παιδάκι που έχανα το απογευματινό μπάνιο για να κάτσω στη βιβλιοθήκη. Ώρες ατελείωτες. Αν προσπαθήσω πολύ, μπορώ να θυμηθώ και τη μυρωδιά του δωματίου. Η κυρία Φιλιώ είχε τα παράθυρα μισόκλειστα για να μην μπαίνει η ζέστη, κι έτσι με θυμάμαι να διαβάζω πάντα στο ημίφως, κατακαλόκαιρο μέρα μεσημέρι. Μου άρεσε.

Περνώντας τις προάλλες έξω από τη ρημαγμένη πλέον βιβλιοθήκη (εδώ και χρόνια η Εταιρεία Διώρυγος Κορίνθου έχει σταματήσει να αξιοποιεί τα οικήματα της περιοχής) σκεφτόμουν ότι εκεί μέσα ήταν που αγάπησα το διάβασμα. Κάτι μεσημέρια της δεκαετίας του 1980, παρέα με την κυρία Φιλιώ (πού να είναι άραγε τώρα, θα με θυμάται;), για να αποφύγω το βαρετό μεσημεριανό ύπνο και να μην ενοχλώ τη μαμά μου που πάντα τον αγαπούσε.

4 thoughts on “Τα τζιτζίκια στην Ισθμία

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s