Μπρος στα μάτια μου περνάνε, φωσφορίζουνε και πάνε

Η τελευταία φορά που πήγα στη Σαντορίνη ήταν το 1997. Τότε ήμουν σε μία ηλικία που το τελευταίο που με ενδιέφερε στις διακοπές ήταν να διαβάζω. Έκτοτε τα πράγματα έχουν αλλάξει. Έχω επισκεφτεί τις περισσότερες Κυκλάδες, πάντα με ένα βιβλίο στο χέρι. Κάθε φορά που πρόκειται να πάω διακοπές, έχω δύο βασικά άγχη: α) να είναι καλά τα βιβλία που θα έχω μαζί μου, και β) να μην ξεμείνω από διάβασμα. Δεν το πετυχαίνω πάντα.

Δεν είχα ιδέα για το βιβλιοπωλείο Ατλαντίς.

Το 2004 δύο Αμερικανοί, ο Craig και ο Oliver, άνοιξαν στην Οία της Σαντορίνης ένα βιβλιοπωλείο που ήθελαν να μοιάζει με το διάσημο Shakespeare&Company του Παρισιού. Το βιβλιοπωλείο στήθηκε εξ’ αρχής μόνο από αυτούς. Από το εμπόρευμα μέχρι τα ράφια. Με θέα το γνωστό τοπίο του Αιγαίου, η παρέα μεγάλωσε, ξένοι αλλά και Έλληνες εργάστηκαν κατά καιρούς στην Ατλαντίδα, διάβασαν, έκαναν μουσικές και λογοτεχνικές βραδιές και δείπνα, βραδιές θερινού κινηματογράφου, και οργάνωσαν δωρεές βιβλίων σε σχολεία της περιοχής.

Το Ατλαντίς είναι ενημερωμένο όσο και το προσωπικό του (διαβάζω σε αυτό το blog ότι σε κάποιον αρέσει ιδιαίτερα ο Καναδός συγγραφέας Robertson Davies ενώ ένας άλλος έχει αδυναμία στο Πάνο Καρνέζη), πράγμα σπάνιο για βιβλιοπωλείο σε τουριστική περιοχή (και τι περιοχή!).

Ψάχνοντας περισσότερα για το Ατλαντίς, ανακάλυψα ότι το 2005, σε ένα άρθρο του στην Guardian, ο Καναδός δημοσιογράφος και συγγραφέας Jeremy Mercer το είχε συμπεριλάβει στα 10 αγαπημένα του βιβλιοπωλεία ανά τον κόσμο (μάλιστα, δεν ξέρω αν είναι τυχαίο, αλλά το Ατλαντίς βρίσκεται στο νούμερο 1).

Χαζεύοντας τις προάλλες στο Twitter το γκρουπ του The Guardian Books Staff, είδα ένα tweet που αναφερόταν στο Ατλαντίς. Ακολούθησα το link και διαπίστωσα ότι το βιβλιοπωλείο αυτό δε θα ανοίξει φέτος το καλοκαίρι λόγω οικονομικών δυσχερειών. Τόσο η κρίση όσο και τα ηλεκτρονικά βιβλία, αλλά και το γενικό κλίμα γύρω από το διάβασμα (που είναι, φυσικά, πολυτέλεια – μεγαλύτερη, καθώς φαίνεται, κι από τις διακοπές στην Οία), έφεραν το Ατλαντίς σε δύσκολη θέση. Τα παιδιά τα φέρνουν δύσκολα βόλτα, δεν μπορούν να ανακαινίσουν το χώρο και να προμηθευτούν το εμπόρευμα που χρειάζονται. Πήραν, λοιπόν, την τολμηρή απόφαση να ξεκινήσουν μια διαδικτυακή καμπάνια συγκέντρωσης χρημάτων προκειμένου να συγκεντρώσουν το ποσό που χρειάζονται για να συνεχίσουν. Το link για όσους ενδιαφέρονται να τους βοηθήσουν βρίσκεται εδώ, μαζί με πολύ περισσότερες πληροφορίες για τους ίδιους και το σκοπό τους.

Ξέρω, πολλοί σκέφτονται ζητήματα βιωσιμότητας, δεν είναι σίγουροι αν συμφωνούν, αν θέλουν ή αν πρέπει να βοηθήσουν. Τα σκέφτηκα όλα κι εγώ, τα συζήτησα με φίλους, και τελικά αποφάσισα να γράψω για το βιβλιοπωλείο Ατλαντίς. Το αν ο καθένας θα στείλει λεφτά είναι δικό του θέμα.

Προσωπικά δε θέλω να κλείσει το βιβλιοπωλείο Ατλαντίς. Καθόλου. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά το να μπορείς να βρεις καλά βιβλία σε ένα νησί χωρίς να ξεμένεις ποτέ είναι μια κάποια ανακούφιση. Ένα άγχος λιγότερο. Ή μάλλον δύο.

13 thoughts on “Μπρος στα μάτια μου περνάνε, φωσφορίζουνε και πάνε

  1. Εδώ ο κόσμος χάνεται, βαρκούλες αρμενίζουν….

    Το βιβλίο έχει πεθάνει ή τουλάχιστον με τη μορφή που είχε πριν από 20 χρόνια.

    Λυπάμαι για τους ιδιοκτήτες του, νέοι άνθρωποι και δεν κατάφεραν να προσαρμοστούν στις συνθήκες. Κρίμα γιατί θα μπορούσαν να φτιάξουν ένα eshop, να αξιοποιήσουν τις παγκόσμιες γνωριμίες, να πουλούν σε όλο τον κόσμο, να εντάξουν νέα προϊόντα. Αλλά δεν θέλησαν. Προτίμησαν το λήθαργο. Και τώρα πρέπει εμείς να πληρώσουμε και αυτή την κρίση; Πόσες κρίσεις θα πληρώνουμε οι άμοιροι; Δεν μας έφτανε αυτή του κράτους μας;

    Χέστηκα που δεν θα ανοίξει μεταξύ μας, διαφωνείς με μένα αλλά δεν με νοιάζει. Κρατάω το κείμενό σου ως μια γραφική ανάμνηση από τη Σαντορίνη, όπως κρατάω και άλλα για παραδοσιακά μπουγατσάδικα που έκλεισαν, για μικρές οικογενειακές βιοτεχνίες που εξαφανίστηκαν κλπ.

    1. Εν μέρει κατανοώ τη δυσφορία, αλλά δεν αντιλαμβάνομαι προς τι τόσο μένος.
      Κι επίσης να σημειώσω ότι όχι βέβαια, το βιβλίο *δεν* έχει πεθάνει, ούτε καν με τη μορφή που είχε πριν 100 χρόνια. Μπορεί να έχει εξελιχθεί, αλλά φυσικά, αυτονόητα κι ευτυχώς δεν πέθανε.
      Λυπάμαι λίγο και για την ταύτιση ενός βιβλιοπωλείου με τα μπουγατσάδικα και τις βιοτεχνίες (προς τι άραγε ο θυμός;).

    2. Κύριε Λαμπρινέ, η άποψή σας ότι το βιβλίο έχει πεθάνει είναι σεβαστή. Σίγουρα υπάρχουν αρκετοί που θα την υποστηρίξουν. Όμως θα πρέπει να συμφωνήσετε πως υπάρχουν κι άτομα για τα οποία μία βόλτα σε ένα βιβλιοπωλείο σημαίνει κάτι περισσότερο από την αγορά και μόνο ενός βιβλίου. Ναι, το ξέρω πως σ’ εσάς ίσως να φαίνεται παλαιομοδίτικο το να βλέπετε ανθρώπους να κάθονται με τις ώρες σε βιβλιοπωλεία, να ξεφυλλίζουν βιβλία, να ψάχνουν να βρουν κάτι που θα τους κεντρίσει το ενδιαφέρον, τη στιγμή μάλιστα που θα μπορούσαν κάλλιστα να βρουν όσες πληροφορίες θέλουν διαδικτυακά. Όμως ακόμα κι αυτή η αναζήτηση είναι μέρος της μαγείας του κόσμου του βιβλίου.
      Τέλος, αν θέλετε, ανοίξτε το άλμπουμ των φωτογραφιών σας, διαλέξτε μία από τα παιδικά σας χρόνια και συγκρίνετε την γειτονιά σας τότε και τώρα. Ίσως να αλλάξετε άποψη για τις γραφικές αναμνήσεις.

  2. Το μέλλον ήταν καλύτερο χθες! Η Ελληνική κοινωνία είναι δηλητηριασμένη. Η κρίση δεν είναι οικονομική. Ο Ελληνικός λαός είναι το θύμα ενός μικρού ονείρου κατ’αναλογία προς το μεγάλο αμερικανικό, το οποίο επίσης δείχθηκε απατηλό. Ήρθε ο καιρός λοιπόν να πληρώσουμε το τίμημα της απαξίωσης αρχών και αξιών που γαλούχησαν για αιώνες τους Έλληνες…

  3. Κατανοώ την πρεμούρα κάποιων να ακολουθήσουν τις τεχνοοικονομικές επιταγές του παρόντος ή του μέλλοντος. Αυτό που δεν κατανοώ είναι η απολυτότητα και μεγαλόσχημες δηλώσεις τύπου «το βιβλίο έχει πεθάνει» όπως αυτές του πρώτου σχολιαστή. Για όσους έχουμε ψάξει μανιωδώς βιβλιοπωλείο καλοκαιριάτικα καταλήγοντας σε δευτεροτρίτες επιλογές απλά για να έχουμε ένα βιβλίο κοντά μας, έχουμε καεί από τον ήλιο γυρνώντας απορροφημένοι σελίδες στην παραλία και έχουμε «για ασφάλεια» ρίξει ένα-δυο βιβλία παραπάνω στη βαλίτσα πριν αναχωρήσουμε (όπως κάποιοι άλλοι ρίχνουν μερικά μπλουζάκια επιπλέον) το έντυπο βιβλίο δεν έχει πεθάνει. Αδιαφορώ για το τι λένε οι στατιστικές και οι πωλήσεις των Kindle και των e-books: όσο υπάρχει κόσμος που αναζητά και αγοράζει έντυπα βιβλία κανείς δε μπορεί να ισχυριστεί ότι το έντυπο βιβλίο έχει πεθάνει.

    Τέλος, ένα βιβλιοπωλείο μπορεί να ταυτιστεί με παραδοσιακά μπουγατσάδικα και σουβλατζίδικα μόνο αν κανείς τα τσουβαλιάσει στην κατηγορία των επιχειρήσεων και αρχίσει να μιλά για εξέλιξη, διαφοροποίηση και business models, in which case they have totally missed the point (που λένε και στο χωριό μου).

  4. Τα βιβλιοπωλεία είναι δείκτες πολιτισμού. Ειδικά αν επιβιώνουν δίπλα στα ξέφρενα life style beach-bars. Όταν μάλιστα έχουν στηθεί με προσωπικό τρόπο και υποστηρίζονται από ανθρώπους που σε κοιτούν στα μάτια (και όχι από «υπαλλήλους»), τότε ξεχωρίζουν. Και όσοι αγαπούν τα βιβλία, φαντάζομαι ότι με καταλαβαίνουν. Μήπως αντί για δωρεές από το διαδικτυο, να χρησιμοποιούσαν το μέσον για παραγγελίες και πωλήσεις των βιβλίων τους όλο το χρόνο σε όλον τον κόσμο, που δεν έχει την τύχη να βρίσκεται στο υπέροχο νησί? Προσωπικά, ένα πακέτο στο ταχυδρομείο με ένα βιβλίο, για το ερχόμενο καλοκαίρι μαζί με χαιρετισμούς από την Καλντέρα, θα το περίμενα πώς και πώς. Κι ας μην έχω πάει ποτέ. Πόσο μάλλον όσοι πέρασαν απο κει και πήραν το νησί στο νου, μαζί τους.

    Μικρή σημείωση: η μέχρι στιγμής μορφή του ηλεκτρονικού βιβλίου δεν απευθύνεται στους ανθρώπους που αγαπούν το διάβασμα, αλλά σε κείνους που το επαγγέλονται. Πές μου έναν τρόπο να απολαύσεις το Μουρακάμι στην παραλία αν όχι λερώνοντας τις σελίδες με άμμο. Ή δίπλα από το μαξιλάρι σου. Το βιβλίο όπως το ξέρουμε, το βιβλίο που αγαπάμε (όχι το άλλο, της δουλειάς) δεν έχει πεθάνε, φίλε θυμωμένε.

  5. διορθώνω: επαγγέλλονται αντί επαγγέλονται
    πεθάνει αντί πεθάνε
    Ακου εκεί «το βιβλίο έχει πεθάνει, όπως το ξέρουμε»! Ναι, για όσους το έκαιγαν στο τέλος της σχολικής χρονιάς. Γι’ αυτούς που δεν είχε ποτέ γεννηθεί.

  6. Γι’ αυτό ο κύριος Λαμπρινός τρώει την πλαστική τυρόπιτα του κάθε Everest και πιθανόν να αγοράζει το top20 του Amazon και πιθανόν να παραπονιέται και για το ότι δεν υπάρχουν πλέον καλά βιβλία (ηλεκτρονικά ή μη) μαζί με τις μπουγάτσες που όλες του προκαλούν καούρα.
    Δεν είναι μόνο θέμα εκσυχρονισμού, είναι θέμα καταναλωτικής συνείδησης (ούπς είπα όρο που λίγοι γνωρίζουν) τέτοιων μαγαζιών και δεν μιλάω για την συγκέντρωση χρημάτων που είμαι κάθετα αντίθετος, αλλά την στήριξη επιχειρήσεων που έχουν να δώσουν ποιότητα και εξυπηρέτηση και όχι μόνο όσων έχουν καλά promotion departments.

  7. Είναι πολλά για τον «κόσμο, που χάνεται», για τα οποία και μάλλον δεν στεναχωριέμαι, αλλά το θέμα του βιβλίου δεν είναι από αυτά. Συνεπώς, δεν πρόκειται για «βαρκούλα, που αρμενίζει», αλλά για ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Εάν θέλετε και από άλλη σκοπιά, σ’εναν κόσμο, που χάνεται, χρειαζόμαστε κάποιες τολμηρές βαρκούλες να αρμενίσουν.
    Κατά βάθος με ενδιαφέρει το βιβλίο ως προϊόν πολιτισμού, όχι τόσο ως φυσικό μέσο. Εάν το μέλλον είναι ο θάνατος του χάρτινου βιβλίου, δεν πρόκειται να στενοχωρηθώ. Ούτε αντιστοίχως, εάν το ηλεκτρονικό βιβλίο δεν επικρατήσει. Το να είσαι απόλυτος για το μέσο, δείχνει ότι ενδιαφέρεσαι να εγγραφείς σαν «παραδοσιακός» ή σαν «σύγχρονος με την τεχνολογία», παρά φίλος του βιβλίου.
    Δεν ξέρω, εάν το βιβλίο είναι νεκρό με την σημερινή του μορφή εδώ και 20 χρόνια. Μού φαίνεται περίεργο να το πιστέψω.
    Δεν νομίζω ότι οι ιδιοκτήτες του προτίμησαν το λήθαργο. Δεν διαβάζω για το βιβλιοπωλείο με τα σκονισμένα ράφια και τους βαριεστημένους βιβλιοπώλες, αλλά για βιβλιοπωλείο, που συνδυάζει και εκδηλώσεις γύρω από την ανάγνωση. Και χωρίς να ξέρω για την τοπική οικονομία της Σαντορίνης, νομίζω ότι αποτελεί αξιέπαινο επιχειρηματικό ρίσκο να επενδύσει κανείς στο βιβλό εκεί, από την σιγουριά μιας μεγαλούπολης, που «δουλέυει» 24/365. Μπορεί να «απέτυχαν», αλλά αξίζουν τουλάχιστον τον σεβασμό.
    Κανένας «άμοιρος» δεν πρόκειται να πληρώσει. Πληρώνει όποιος θέλει και εάν θέλει.

  8. Με εκνεύρισες Λαμπρινέ, όχι ότι μου συμβαίνει σπάνια, αλλά δεν το είχα ανάγκη στο ηλιόλουστο μεσημεράκι μου.
    Κι’εγώ λυπάμαι – για σένα. Αφού ως φαίνεται το μπακάλικο της μνήμης σου φυλάει κυρίως μπουγάτσες και άλλα συναφή.
    Παρεμπιπτόντως, τη μια και μοναδική φορά που πήγα στη Σαντορίνη ο,τι μίσησα ήταν τα νέα προϊόντα των παγκόσμιων γνωριμιών σου. Καταφέρνουν τα άτιμα να απλώνουν τη μιζέρια τους παντού.

    Ο κόσμος ευτυχώς δεν χάνεται, όσο βαρκούλες αρμενίζουν. Με την άδεια σου τώρα, άφησα το βιβλίο μου να περιμένει.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s